Τρίτη, 24 Ιουνίου 2008

ΣΥΜΒΙΩΣΗ & ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Παντελής Καλαϊτζίδης


Σε αντίθεση με τα όσα ανιστορικά διατείνονται οι φωνασκούντες στα τηλεπαράθυρα κληρικοί και θεολόγοι, για δέκα σχεδόν αιώνες ο γάμος και τα σχετικά με τη νομοθεσία του ανήκαν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της πολιτείας («πολιτικός γάμος»).

Η υποχρεωτική ιερολογία του γάμου ξεκινάει μόλις το 893 μ. Χ. από τον αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ΄ τον Σοφό, ενώ και αυτή ακόμη η απλή νομική κατοχύρωση της εκκλησιαστικής ιερολογίας του γάμου (που ώς το τέλος του 9ου μ.Χ. αιώνα δεν είναι πλήρως διαμορφωμένη) αρχίζει από την εποχή του Ιουστινιανού και μετά. Την ίδια περίοδο έχουμε νόμιμες (κατά την πολιτεία) μορφές εκτός γάμου συμβίωσης (παλλακεία), με τις οποίες αν και η Εκκλησία διαφωνούσε, από λεπτότητα έναντι του νόμου (και των εμπλεκόμενων προσώπων;) και εφαρμόζοντας την εκκλησιαστική αρχή της οικονομίας, φαίνεται εξωτερικά να τις ανεχόταν. Οσο ο γάμος ήταν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της κρατικής αρχής, η εκκλησιαστική ευλογία του δεν είχε κανένα σχεδόν τελετουργικό περιεχόμενο, και οι σύζυγοι ενυμφεύοντο κατά την ευχαριστιακή σύναξη, όπως διαβάζουμε για παράδειγμα στις συγγραφές του αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας (2ος μ.Χ. αι.). Οταν, όμως, η Εκκλησία απέκτησε νομικές/κοσμικές αρμοδιότητες επί του γάμου, μειώθηκε σημαντικά, αν δεν τέθηκε πλήρως στο περιθώριο, ο εκκλησιολογικός και μυσταγωγικός του χαρακτήρας, και επικράτησε ο κοινωνικός κομφορμισμός.

Υπό το φως των ανωτέρω, και δεδομένου ότι σκοπός και πρωταρχική αποστολή της Εκκλησίας δεν είναι ο γάμος καθ' εαυτόν και η οικογένεια, αλλά η σωτηρία του κόσμου και του ανθρώπου, θεωρούμε ότι η εκ μέρους της πολιτείας προσπάθεια νομικής ρύθμισης της ελεύθερης συμβίωσης επιλύει ορισμένα σοβαρά προβλήματα, και μπορεί ενδεχομένως να λειτουργήσει «φιλάνθρωπα» για όσους συνήθως οι συντηρητικοί θρησκευόμενοι θεωρούν «αμαρτωλούς» και «απολωλότες»: τα ετερόφυλα ζευγάρια που συζούν ελεύθερα και τους ομοφυλόφιλους. Υπάρχουν σοβαρά νομικά, κοινωνικά αλλά και ανθρώπινα προβλήματα που ανακύπτουν από τις συμβιώσεις αυτές, τα οποία μια υπεύθυνη πολιτεία που ασκεί τα δικαιώματά της στο πεδίο της δικής της δικαιοδοσίας, και που παράλληλα σέβεται τη θρησκευτική ετερότητα και ελευθερία καθώς και τις προσωπικές επιλογές των πολιτών της δεν μπορεί να αγνοεί. Μπροστά στα ίδια αυτά προβλήματα και μια ποιμαντικά ευαίσθητη Εκκλησία δεν μπορεί να κλείνει υποκριτικά τα μάτια και να εκδίδει απλώς καταδικαστικούς φετβάδες. Θα ήταν λάθος, εξάλλου, να αρνηθεί η Εκκλησία ότι ακόμη και από αυτές τις θεωρούμενες «αμαρτωλές» σχέσεις δεν απουσιάζει εντελώς η αγάπη: «Το γαρ πάντη άμοιρον του αγαθού ούτε ον, ούτε εν τοις ούσι», μας θυμίζει ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης.

Με το υπό συζήτηση σχέδιο νόμου η πολιτεία έρχεται να ρυθμίσει νομικά μια πραγματικότητα που όλοι πλέον, πλην των ακραίων συντηρητικών, γνωρίζουν ότι υφίσταται. Καλό θα ήταν, βέβαια, να λάβει παράλληλα η πολιτεία μέτρα ενίσχυσης του θεσμού του γάμου και της οικογένειας και να μην προβάλλει την προτεινόμενη λύση ως πρότυπο κοινωνικής συμβίωσης. Η Εκκλησία, από τη σκοπιά της, ευχής έργον θα ήταν να αποφύγει τις εύκολες φωνασκίες και τις ανέξοδες (και υποκριτικές) ηθικές καταδίκες. Καθήκον της δεν είναι να αναμιγνύεται συνεχώς σε ζητήματα που είναι αρμοδιότητα της πολιτείας ούτε να σπεύσει να υποκαταστήσει την κρίση του Θεού.

Πιστεύουμε, όμως, ότι η εκ μέρους της Εκκλησίας υιοθέτηση μιας τέτοιας στάσης δεν μπορεί να συμβεί χωρίς τις παρακάτω προϋποθέσεις:

α) να αποδεχτεί η Εκκλησία πως τα νομικά και συμβολαιογραφικά ζητήματα που άπτονται του γάμου είναι της αποκλειστικής αρμοδιότητας της πολιτείας, κρατώντας για τον εαυτό της τη μυστηριακή, μυσταγωγική και πνευματική διάστασή του, και ξεπερνώντας την παιδική ασθένεια που την κάνει να νομίζει ότι μπορεί να είναι «Νύμφη Χριστού» και «μυσταγωγός της σωτηρίας» αλλά ταυτοχρόνως και ληξίαρχος του κράτους!

β) να ξαναβρεί όλη την ποικιλία στάσεων και απόψεων που διέκριναν τη στάση της αρχαίας Εκκλησίας σε παρόμοια προβλήματα• να αναγνωρίσει ότι το μυστήριο του γάμου ξεκινάει από την ίδια τη συνάντηση του άνδρα και της γυναίκας (και όχι απλώς από την ιερολογία) και να επανατοποθετήσει θεολογικά το ζήτημα της σεξουαλικότητας, επαναπροσεγγίζοντας με πιο θετικό τρόπο την πρόκληση μιας θεολογίας της ηδονής και της τρυφερότητας, μακριά από την μονομέρεια της θεώρησης του γάμου αποκλειστικά υπό το πρίσμα της τεκνοποιίας•

γ) να ασχοληθεί επιτέλους σοβαρά με την κατήχηση και το στοιχειώδη θεολογικό καταρτισμό των μελών της, αναγνωρίζοντας ταυτοχρόνως την πραγματικότητα της ανοιχτής κοινωνίας και ξεπερνώντας τις εθναρχικές της χίμαιρες και την αναχρονιστική καθήλωσή της στο παρελθόν.

---

ο κ. Καλαϊτζίδης είναι συντονιστής της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Ι. Μητροπόλεως Δημητριάδος και πάρεδρος ε. θ. του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

Γυναίκα-Ιεροσύνη.

Καθηγουμένης Θεολογίας Μοναχής:

--------------------------------------------------------------------------------
(...)

Δεν δίστασε ακόμη η χειραφετημένη γυναίκα να διεκδικήσει για τον εαυτό της και το αξίωμα της Ιεροσύνης.

Βέβαια η αναίδεια της αυτή οφείλεται στην άγνοια της φύσης αυτού του χαρίσματος. Διατείνει ότι και στον τομέα αυτό αδικείται. Αν είχε αληθινό ενδιαφέρον να μάθει τι είναι αυτό που διεκδικεί, θα μάθαινε από την διδασκαλία της Εκκλησίας πως η Ιεροσύνη δεν είναι δικαίωμα, αλλά χάρισμα του Θεού στον άνδρα. Όχι όμως σε όλους τους άνδρες, γιατί υπάρχουν και τυπικά κωλύματα Ιερωσύνης. Αλλά ενώ οι άνδρες στη συντριπτική τους πλειοψηφία, παρόλο που το φύλο τους δεν τους εμποδίζει, δεν θέλουν να προσέλθουν στην Ιεροσύνη, γιατί γνωρίζουν το μέγεθος των ευθυνών και των στερήσεων, οι γυναίκες, επιπόλαια σκεπτόμενες, διεκδικούν την Ιερωσύνη, τη στιγμή που η Εκκλησία αρνείται κατηγορηματικά. Και αυτό, όχι γιατί η γυναίκα είναι κατώτερη ή ανάξια, ωσάν όλοι οι άνδρες άξιοι να γίνουν ιερείς- αντίθετα πολλές φορές έχομε ανάξιους ιερείς που μεταδίδουν ωστόσο την αγιαστική χάρη των Μυστηρίων σε άγιες γυναίκες- αλλά γιατί η γυναίκα έχει λειτουργική διαφορά από τον άνδρα.

Τα πράγματα είναι απλά. Στη δημιουργία πλάστηκε ο όλος άνθρωπος. ‘‘Άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς Θεός’’. Και με την πτώση έπεσε ο όλος άνθρωπος. Πρώτα η γυναίκα και ύστερα ο άνδρας. Στην αναδημιουργία, δηλ. στην Ενσάρκωση του Χριστού για τη σωτηρία του κόσμου, συμμετέχουν και τα δύο φύλα. Η ανδρική στο πρόσωπο του Χριστού και η γυναικεία στο πρόσωπο της Θεοτόκου. Αλλά αυτή τη φορά ο άνδρας προέρχεται από τη γυναίκα, και μάλιστα Παρθένο, που με την τέλεια υπακοή της στο θέλημα του Θεού διόρθωσε την παρακοή της προμήτορας Εύας. Ο Χριστός μοίρασε τους ρόλους. Την ιεροσύνη κράτησε για τον άνδρα και το ρόλο της πνευματικής βοηθού και συντρόφου τον έδωσε στη γυναίκα. Καθώς και απαρχής πλάστηκαν. Η γυναίκα δηλαδή ως βοηθός του άνδρα. Η διαφορά είναι καθαρά λειτουργική. Ακόμη , αν λάβουμε υπ’ όψη μας πως εκείνο που σώζει τον άνθρωπο είναι ο πρσωπικός του αγώνας και η συμμετοχή του στα Άγια Μυστήρια που επιτελεί ο ιερέας και ότι αυτός ο αγώνας είναι βασικό χρέος και για τον ίδιο τον ιερέα, αφού ούτε ο ίδιος σώζεται απλά και μόνο γιατί είναι ιερέας, τότε γίνεται φανερό πως η διεκδίκηση της Ιερωσύνης από τη γυναίκα είναι άλλη μία απόδειξη πως η σύγχρονη γυναίκα θέλει να δοκιμάσει τα πάντα. Όπως και τότε στον Παράδεισο, ενώ δεν της έλειπε τίποτα, εκείνη επεθύμησε τον απαγορευμένο καρπό. Η δισχιλιετής πράξη της Εκκλησίας αυτό μας παρέδωσε. Αν κάποια γυναίκα μπορούσε να ιερωθή, αυτή θα έπρεπε να ήταν η Παναγία Μητέρα του Χριστού. Όμως ο Χριστός αναθέτει την Ιερωσύνη στους μαθητές Του, τους δίνει Πνεύμα Άγιο γι’ επιθέσεως των χειρών και δεν κάνει το ίδιο για την Μητέρα Του, που ήταν ‘‘ καθαρωτέρα λαμπηδόνων ηλιακών’’ και που, όπως λένε οι άγιοι Πατέρες, κατέχει τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος. Παραδίνει την Ιεροσύνη στον Παύλο, ο οποίος, προτού συναντήσει τον Ιησού στο δρόμο της Δαμασκού, ‘‘ καθ’ υπερβολήν εδίωκε’’ τους Χριστιανούς, και όχι στην Κεχαριτωμένη Μητέρα Του.

Και υπό άλλη έννοια: ο Θεός έπλασε τη γυναίκα από την πλευρά του άνδρα. Έτσι λέει η Γραφή. Και ο Χριστός ανέπλασε την γυναίκα πάλι μέσα από τον άνδρα, που της μεταδίδει ως ιερέας την αγιαστική χάρη των Μυστηρίων.

Οι γυναίκες οφείλομε να σεβαστούμε την Παράδοση της Εκκλησίας. Μπορεί να μη γνωρίζομε πως σκέφτεται ο Θεός- άλλωστε ‘‘ τις έγνω νούν Κυρίου;’’- αλλά δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε τον Θεό ως άδικο. ΄΄Η δικαιοσύνη του, δικαιοσύνη εις τον αιώνα’’, λέει η Γραφή και ξεπερνάει την ανθρώπινη δικαιοσύνη και λογική. Πως εξηγείται ανθρώπινα να πληρώνεται τον δίκαιο μισθό του ο εργάτης της πρώτης ώρας και τον ίδιο μισθό να παίρνει και ο της ενδεκάτης; Δεν δείχνει αυτό της υπέρ άνθρωπον δικαιοσύνη και λογική του Θεού;

Αν λοιπόν δεχόμαστε την δημιουργία του ανθρώπου από τον Θεό διά του Χριστού, δεχόμαστε και όσα μας παρέδωσε η Εκκλησία του Χριστού. Αν δεν δεχόμαστε Θεό δημιουργό, κυβερνήτη του σύμπαντος και μελλοντικό Κριτή της οικουμένης, ιδρυτή της Εκκλησίας και των Ιερών Μυστηρίων, γιατί μας απασχολεί το λειτούργημα της Ιεροσύνης; Ποιο νόημα έχει για μας η Ιεροσύνη;

Αν όμως δεχόμαστε ότι τα πάντα οικονόμησε ο Θεός για τον άνθρωπο και τη σωτηρία του , τότε εμπιστευόμαστε και τη λογική Του και τις ευεργεσίες Του και τις εντολές Του και υποτασσόμαστε στη Τάξη της Εκκλησίας, που είναι ο ίδιος ο Χριστός παρατεινόμενος στους αιώνες.

Τελευταία ακούστηκαν και άλλα εξωφρενικά. Προτείνουν οι σύγχρονες φεμινίστριες να γίνονται γυναίκες Κληρικοί και να καταλαμβάνουν θέσεις Πατριαρχών, Αρχιεπισκόπων , Παπών, Μητροπολιτών κτλ. Οποία φαιδρότης! Οι συντάκτες αυτού του Ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κατά του οποίου η Εκκλησία της Ελλάδος υπέβαλε ένσταση, φανερώνουν ότι δεν υποπτεύονται καν τον θεοσύστατο χαρακτήρα της Εκκλησίας , ότι η Χριστιανική Ορθόδοξη Εκκλησία είναι θεανθρώπινος οργανισμός, όπου πρυτανεύει ο νόμος τους Ευαγγελίου , για τον οποίο ο Χριστός είπε ‘ ‘ιώτα έν ή μία κεραία ου μη παρέλθη από του νόμου έως αν πάντα γένηται’’ (Ματθ. 5,18). Άρα θα γίνονται έτσι στο διηνεκές , μέχρι της συντέλειας . το ζητούμενο όμως δεν είναι αν θα γίνομε ανώτεροι ή κατώτεροι Κληρικοί , αλλά αν θα σωθούν οι ψυχές μας. γιατί όταν θα κλείσει η αυλαία αυτού του κόσμου , ούτε οι Πατριάρχες ούτε οι Πάπες θα φοράνε μίτρες και εγκόλπια, αλλ’ όλοι γυμνοί και τετραχηλισμένοι θα αναμένομε την αθωωτική ή καταδικαστική ψήφο του Κριτή για τα πεπραγμένα μας. Το χρέος μας είναι να αγιάσουμε τις ψυχές μας.

Κείμενο: Καθηγουμένης Θεολογίας Μοναχής
Από το βιβλιαράκι: Η ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΤΕΛΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ
Ιερά μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μικροκάστρου Σιατίστης.

ANAΣΤΕΝΑΡΙΑ-ΠΥΡΟΒΑΣΙΑ:ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ;


ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΥΡΟΒΑΣΙΑΣ

H πυροβασία ή ακαϊα (το να μην καίγεται δηλαδή κάποιος εκτεθειμένος σε υψηλή θερμοκρασία) εξασκείται και σήμερα σε ορισμένα νησιά του Ειρηνικού ωκεανού, καθώς και στην Άπω Ανατολή, στα πλαίσια θρησκευτικών τελετών και με την επίκληση υπερφυσικών δυνάμεων από τους πυροβάτες.
Το φαινόμενο της ακαϊας στον ελληνικό χώρο ταυτίζεται με το γνωστό λαϊκό έθιμο των αναστεναρίων, που κυρίως ετελείτο, μέχρι πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1923, σε διάφορα χωριά της ΒΑ Θράκης, προς τιμήν του αγίου Κωνσταντίνου, σήμερα δε τελείται περισσότερο στα χωριά: Μελίκη Βέροιας, Λαγκαδά, Μακρολεύκη Δράμας και Αγία Ελένη Σερρών. Εκεί πανηγυρίζουν για να εορτάσουν την ανάμνηση της διάσωσης των εικόνων των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης από πυρκαγιά, που ξέσπασε το 1250 στον φερώνυμο ναό τους, στο Λαγκαδά. Η πυροβασία αποτελεί το αποκορύφωμα του πανηγυριού.
Αν και η Εκκλησία πολλές φορές έχει τονίσει την αντίθεσή της στις ενέργειές τους, δεισιδαίμονες κάτοικοι των περιοχών καταλαμβάνονται ξαφνικά, όπως λένε οι ίδιοι, από το πνεύμα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, τους "πιάνει ο άγιος" ή τους "καλεί η εικόνα" που κρατάνε, και σε κατάσταση έκστασης πατάνε πάνω στα αναμμένα κάρβουνα, χωρίς να καίγονται τα πόδια τους και χωρίς να δημιουργούνται εγκαύματα.
Η λατρεία αρχίζει την νύχτα της παραμονής της 21ης Μαϊου με μανιώδεις χορούς των θιασωτών αρχικά γύρω από αναμμένη φωτιά και έπειτα πάνω στη φωτιά με συνοδεία αυλού, τυμπάνου, ασκαύλου και λύρας, ρυθμικά και ολοένα πιο έντονα, ενώ εκφέρουν άναρθρα επιφωνήματα. Ακολουθεί έξοδος δρομέα, που περιέρχεται όλο το χωριό, και επάνοδος στην πυρά, εξακολούθηση του χορού και εξόρμηση προς τα γειτονικά χωριά, τελετουργία σφαγής ταύρου και μοίρασμα κρεάτων στο χωριό. Κατά τη διάρκεια δε των νυκτερινών αυτών τελετών δεν λείπουν και οι γενετήσιες μείξεις.
Για το θέμα αυτό, και το ενδιαφέρον που παρουσιάζει, έχουν μιλήσει και γράψει θεολόγοι, ψυχολόγοι, γιατροί, φυσικοί επιστήμονες, αλλά και μέντιουμ, διότι πολλά από τα δρώμενά του είναι απαράλλακτα με εκείνα που συμβαίνουν σε πνευματιστικές συνεδριάσεις.



ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ

Tο φαινόμενο της ακαϊας αποδίδεται από τους παραψυχολόγους στην έντονη ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία του πυροβάτη απ' όλο του το σώμα και κυρίως από τα πόδια, η οποία τον περιβάλλει σαν μονωτική ασπίδα. Η ακτινοβολία αυτή, ή "αύρα", προετοιμάζεται με αυτοσυγκέντρωση και υποβολή από τους αναστενάρηδες, που τους οδηγεί σιγά σιγά στην αισθητηριακή απάθεια. Για την Εκκλησία παραμένει μαγική συνήθεια και όχι φυσικά θεία επέμβαση.
Δεν πρέπει να παραλείψουμε να εκθέσουμε και τη σύγχρονη εξήγηση για τα αναστενάρια των φυσικών του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας. Σύμφωνα με αυτήν την ερμηνεία τα κάρβουνα, που χρησιμοποιούνται για την πυροβασία, έχουν μεν θερμότητα 1.500 βαθμών Φαρενάϊτ, αλλά είναι κακοί αγωγοί της θερμότητας. Παρομοιάζουν το φαινόμενο αυτό με εκείνο του γλυκίσματος, που ψήνεται στο φούρνο. «Μέσα στο φούρνο το γλύκισμα, το ταψί και ο αέρας έχουν την ίδια θερμοκρασιά των 350 βαθμών Φαρενάϊτ. Ο ψήστης, όμως, μπορεί να ακουμπήσει το γυμνό του χέρι μόνο στο γλύκισμα για να δει αν έχει ψηθεί, αλλά δεν μπορεί να ακουμπήσει το ταψί για χρόνο μεγαλύτερο του ενός δευτερολέπτου χωρίς να καεί» («Χριστιανισμός και Θρησκεύματα», ΟΕΔΒ, Β' Λυκείου, σελ. 284).
Στη φυσική εξήγηση, ακόμη, της ακαϊας μπορεί να συμβάλει το φαινόμενο του Leyden-Frost. Σύμφωνα μ' αυτό, αν τοποθετήσουμε σταγόνα νερού πάνω σε πυρακτωμένη μεταλλική επιφάνεια, πχ. στο μάτι ηλεκτρικής κουζίνας, θα διαπιστώσουμε πως η σταγόνα ούτε θα βράσει, ούτε θα εξατμισθεί, αλλά θα αιωρείται και θα κινείται χωρίς να αγγίζει το πυρακτωμένο μέταλλο, χάρις σε ένα στρώμα ατμού, που σχηματίζει η θερμότητα που εκλύεται. Όταν η θερμότητα ελαττωθεί σε σημείο που να μην σχηματίζει στρώμα ατμού, τότε η σταγόνα αγγίζει το μέταλλο και βράζει. Ο Daniel Mannich αναφέρει την περίπτωση του Julian Sabert, ο οποίος εισερχόμενος σε θερμαινόμενο φούρνο γυμνός, κρατώντας ένα κομμάτι ωμού κρέατος, δεν πάθαινε ο ίδιος τίποτε, λόγω της άφθονης εφίδρωσής του, ενώ το κρέας ψηνόταν.
Τα γεγονότα ότι: α) σε καταστάσεις ομαδικής υστερίας, όπως είναι και τα αναστενάρια, έχει παρατηρηθεί ψυχιατρικά, σε αρκετές περιπτώσεις, πρόσκαιρη λειτουργική αναλγησία με απώλεια του πόνου, β) είναι αδύνατη η πυροστασία (ακινησία μέσα στη φωτιά), γ) οι αναστενάρηδες εισέρχονται και εξέρχονται γρήγορα (ταχυποδία) από τη φωτιά και δ) έχουν σκληρά πέλματα, μας δίνουν αφορμές για μια περαιτέρω βιολογική και ψυχολογική έρευνα του φαινομένου, πέρα από τη μεταφυσική προσέγγισή του ("Ο Άλλος Κόσμος, Στα `Αδυτα της Παραψυχολογίας", Θωμά Λαλαπάνου, εκδ. Μακρή, σελ. 133-135).




___Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΑΣΤΕΝΑΡΙΑ___
Όπου τα φαινόμενα αυτά απαντώνται, έχουν σχέση με ειδωλολατρία ιθαγενών. Γι' αυτούς η πυροβασία είναι πρόκληση επίδειξης πνευματικής αξίας και αναπόσπαστο μέρος μυήσεως στο υπερφυσικό. Το γεγονός πιστοποιείται από τις έρευνες του καθηγητή της Βιβλικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες, Dr. Tohn G. Hill, για τρείς συνεχείς εποχές, στους πυροβάτες της Tahiti και των παραπλησίων νησιών. Ο ίδιος παρατηρεί: "Πρίν η πυροβασία αρχίσει, επικλήσεις γίνονται προς την "Nahime", την "Θεά των Ουρανών" ("Κόσμος εν Κόσμω", Αρ. Σ. Παπασταύρου, εκδ. Μακρή, 1959, σελ. 129, 130, 131).
Οι μύστες της περίεργης αυτής οργιαστικής λατρείας, που καλούνται αναστενάρηδες ή νεστενάρηδες και αναστενάρες ή νεστενάρες, άνδρες και γυναίκες, εκκλησιάζονται συνήθως μόνο την ημέρα των Φώτων, αν και λογίζονται ως ορθόδοξοι χριστιανοί, ενώ έχουν δικό τους αυτοκέφαλο θρησκευτικά σύνδεσμο και ιδιαίτερες κωδωνοφώρες εικόνες των αγίων, που τους παριστάνουν να χορεύουν. Τη λατρεία τους τελούν σε ιδιωτικά ιερά, τα "κονάκια", ή στα "Αγιάσματα", στο δάσος. Η ομάδα έχει δώδεκα μέλη με έναν ιεράρχη, τον Αρχιαναστενάρη, που εκτελεί και χρέη εξορκιστή, θεραπευτή, βροχοποιού και μάντη. Είναι και εξομολόγος στους μελλόνυμφους και τους ευλογεί. Τα δρώμενά τους τελούν για οκτώ ημέρες ή ορισμένοι και για όλο το μήνα Μάϊο.


Βασικό πνευματιστικό στοιχείο παραμένει το γεγονός πως, όσοι παρακολουθούν τους οιστρόπληκτους, συχνά παθαίνουν εκστατικές κρίσεις και σύμφωνα με τον Χουρμουζιάδη (σε ελεύθερη απόδοση) "τρέμοντας και αφρίζοντας, αγριεύοντας το βλέμμα τους και καταλαμβανόμενοι από σπασμούς, λιποθυμούν ...;. Οι παρευρισκόμενοι κρατώντας λαμπάδα τους θυμιάζουν, ενώ μετά από λίγο, αναπηδώντας με ορμή, ασπάζονται την εικόνα του αγίου και πηδώντας και χορεύοντας με μανία τρέχουν έξαλλοι στα δάση, μέχρις ότου δια του χορού η έκσταση κατασιγάσει" («Ο Άλλος Κόσμος ...;..», σελ. 125, 126).
Οι ρίζες του εθίμου είναι ειδωλολατρικές. Αποτελεί συνονθύλευμα αρχαιοελληνικών, διονυσιακών, αιρετικών και χριστιανικών στοιχείων. Τα ειδωλολατρικά γεγονότα που το απαρτίζουν είναι η κατάποση ωμού κρέατος από την ομήγυρι, που συμβολίζει τις θυσίες ταύρων προς τιμήν του θεού Διονύσου, η χρήση οίνου και η εκστατική κατάσταση που πέφτουν οι οπαδοί του, η επιβλητική μουσική, που διεγείρει τις ενθουσιαστικές στιγμές του εγχειρήματος, και η πυροβασία, την οποία εκτελούν μιμούμενοι την αρχαία είσοδο στην φωτιά προς τιμήν της θεάς Αρτέμιδος. Τα προκαταρκτικά θυμίζουν θυσία τελετουργικής μαγείας προς το επικαλούμενον πνεύμα.
Ο Στράβωνας (12, 537) και ο νεοπλατωνικός Ιάμβλιχος βεβαιώνουν την απάθεια των ιερέων της Αρτέμιδας στην Περασιά της Καππαδοκίας, όταν βάδιζαν με γυμνά πόδια πάνω σε ανθρακιά. Επακόλουθο των διαμεσικών αυτών εκδηλώσεων των αναστεναρίων είναι οι μαντείες και η ένωση με τον ψευδο-Θεό. Τα δύο αυτά γνωρίσματα είναι κοινά με τον διονυσιακό μυστικισμό. Στη Θράκη, εξάλλου, που ήταν η κοιτίδα των Διονυσιακών μυστηρίων, κυριαρχούσε η πυροβασία.
Εκεί μεταφέρθηκαν οι Παυλικιανοί από τον Ιωάννη Τσιμισκή γιατί με τη συνεργασία των Αράβων προξενούσαν μεγάλες καταστροφές στο Βυζάντιο. Οι Παυλικιανοί, που είχαν ήδη παρμένο από το Ζωροαστρισμό και τους Πέρσες το έθιμο της πυροβασίας στις συνάξεις τους, συνάντησαν ανάλογες πρακτικές στη Θράκη, τις οποίες και διατήρησαν. Στις Βάκχες του Ευριπίδη (300-301) διασώζεται πως "οταν γαρ ο θεος ες το σωμ' ελθη πολυς, λεγειν το μελλον τους μεμηνοτας ποιει". Πυροβασίες γινόντουσαν ακόμη στους Δελφούς, στην Υάμπολη της Φωκίδας, στα Δαίδαλα της Βοιωτίας, στην Ταρσό της Κιλικίας, στην Καλυδωνία, στην Ιεράπολη της Συρίας, στα Καστάβαλα της Καππαδοκίας κλπ. ("Ο Άλλος Κόσμος..." όπου ανωτέρω, σελ. 117).
Οι αναστενάρηδες, πριν τολμήσουν το χορό της φωτιάς, ευλογούνται, αγιάζονται και εξομολογούνται από τον αρχιπροεστό της ομάδας και όχι από ορθόδοξο ιερέα. Η στάση τους δηλώνει ακόμη την συναίσθηση της "καθαρότητας" απέναντι στους άλλους, που είχαν και οι αιρετικοί Βογόμιλοι τον 10ο αιώνα. Οι αναστενάρηδες πιστεύουν πως η αιτία που δεν καίγονται είναι η μεγάλη τους πίστη, που επομένως εκτιμάται απ' τον Θεό, και ότι η κάθαρση και η λύτρωση επιτυγχάνεται μέσα από τις φαινομενικά χριστιανικές αυτές εκδηλώσεις.
Το να θεωρούν πάντως "θαύμα" την πυροβασία τους και ότι οι ίδιοι είναι οι εκλεκτοί του Θεού αποτελεί μέγιστη ουτοπία. Διότι, εκτός των άλλων, οι ιερές εικόνες ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν από τους αγίους και πατέρες της Εκκλησίας με τέτοιο ανόητο τρόπο. Οι εικόνες στον Ορθόδοξο χώρο προσκυνούνται τιμητικά και παιδαγωγούν εις Χριστόν. Συμβολίζουν μάλιστα τη νέα πραγματικότητα της Βασιλείας του Θεού, που εγκαινίασε η ενανθρώπηση του Χριστού.
Με τα πηδήματα στην πυρά εκφράζουν την προσπάθειά τους για την επαναβίωση των θρησκειών της γονιμότητας και των μυστηριακών ανατολικών θεοτήτων. Με τον ίδιο τρόπο και οι ειδωλολάτρες προγονοί τους λάτρευαν τη γη και προσπαθούσαν να προκαλέσουν με χορό και εκστασιασμούς την κάθοδο της βροχής απ' τον ουρανό, ώστε να γονιμοποιήσει τους καρπούς και να συμβάλει στην ευφορία της φύσης. Πρακτικά, έτσι, εξεβίαζαν το Θείο για να πετύχουν καλό κυνήγι και καλή σοδειά, μια σχέση που βασιζόταν στην αλληλοεξυπηρέτηση μέσω των θυσιών ("do ut des", δηλ. "δώσε μου τροφή για να σου κάνω θυσίες").
Άλλωστε, το πνεύμα του Κυρίου είναι πνεύμα πραότητας και ειρήνης, όχι ακαταστασίας και αγρίων φωνών, που ενίοτε εκβάλλουν οι εισερχόμενοι στα αναμμένα κάρβουνα. Η παραλογία του φαινομένου, που τελείται αφού σφαχτεί ένας ταύρος και ακολουθήσει όπως είπαμε ωμοφαγία, θυμίζει έντονα τις θυσίες ταύρων από τους ιερείς του Δία την εποχή των Αποστόλων, ιερά σφάγια που εξόργισαν ιδιαίτερα τον απ. Παύλο και τον Βαρνάβα, με αποτέλεσμα να ξεσχίσουν τα ρούχα τους διαμαρτυρόμενοι για την ειδωλολατρεία τους, και καλώντας τους να επιστρέψουν από τα μάταια αυτά πράγματα στη λατρεία του ζωντανού Θεού (Πράξεις 14, 13-15).
Οι ψευτοαγιαστικές αυτές εμπειρίες των αναστενάρηδων, που μπορούν για παραπλανήσουν τους μη ενημερωμένους και αφελείς συνανθρώπους μας, είναι καθαρά τελετές δαιμονοπληξίας, που απαντώνται συχνά σε συγκεντρώσεις διαμέσων. Το πνεύμα που τους καταλαμβάνει τους αναγκάζει επίμονα να προβούν σε παρόμοιες πράξεις. Ο καθηγητής Γεώργιος Μέγας, στον 19ο τόμο της λαογραφίας του, περιγράφει τα δαιμονιώδη ξεσπάσματα των ανδρών ή γυναικών, που σχίζουν τα ρούχα τους από θρησκευτική μανία, τρέχουν, πηδούν και χορεύουν ξυπόλητοι ή με τις κάλτσες στη φωτιά, ανακατώνουν με τα χέρια τα κάρβουνα, πέφτουν σε καταληψία, επιθυμούν στη διάρκεια των εκδηλώσεων να τους θυμιάζουν και αρρωσταίνουν επικίνδυνα ή πεθαίνουν αν δεν χορέψουν στη φωτιά, τη στιγμή που τους "πιάνει ο άγιος".
Οι πνευματιστές Β. Τσινούκας, Τανάγρας και Αριστ. Παπασταύρου -για να αρκεστούμε σε μερικούς γνωστούς- εντάσσουν στα βιβλία τους την Ακαϊα ή Πυροβασία στα πνευματιστικά φαινόμενα. Άλλωστε και ο προαναφερθείς λαογράφος Γ. Μέγας στην ίδια μελέτη αναφέρει την μισοπεθαμένη όψη αυτών των ανθρώπων, που άκουγαν αλλά δεν απαντούσαν τίποτα, μέχρι να έλθει η στιγμή να ελευθερωθούν. Όταν δε ερχόντουσαν στον εαυτό τους, ήταν βουτηγμένοι στον ιδρώτα σαν από βαρειά δουλειά.
Ο καθηγητής M. Arnaudoff χαρακτηρίζει τα Αναστενάρια ως κατάλοιπα οργιαστικής λατρείας, που συνδέθηκε με ειδωλολάτρες λάτρεις του Μ. Κωνσταντίνου, σε συνδυασμό με μαντικές και εκστατικές ιδιότητες. Κατ' αυτόν, συγκρίνονται με τους μάγους Σαμάνους, τους στροβιλιζόμενους Δερβίσηδες και τους μάγους θεραπευτές των πρωτογόνων φυλών.
Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Θεολογία, η ένωση με το Θεό και η θαυματοποιία -που δεν είναι εκ των προτέρων κατασκευασμένα φαινόμενα σαν αυτά που αναλύουμε- είναι αποτέλεσμα της επενέργειας της Χάριτος του Θεού στους ταπεινούς και, με καθαρή καρδιά, φωτισμένους ή θεωμένους εκ πνεύματος Αγίου, άνδρες και γυναίκες της Εκκλησίας μας, και δεν είναι συνέπεια νεοεποχίτικων τεχνικών και διαδικασιών μετασχηματισμού του Σατανά.
O άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης κατατάσσει τα "βαστάματα των αγίων εικόνων" στο 13ο είδος μαντείας και μαγείας. Θεωρεί δαιμονισμένους όσους τρέχουν σαν τρελλοί, εδώ και εκεί, βαστώντας τις εικόνες του αγίου Γεωργίου, του αρχαγγέλου Μιχαήλ και άλλων αγίων στους ώμους τους, ανάμεσα σε βουνά και σε λαγκάδια, και κτυπούν πότε στο ένα μέρος και πότε στο άλλο με τις άγιες εικόνες, περιβρέχονται με τον ιδρώτα τους, τάχα απ' το βάρος των εικόνων, προμαντεύουν μερικά πράγματα και φανερώνουν εκείνα που ορισμένοι έχασαν. Πρόκειται λέει για παληές εθνικές και νεκρωμένες πλάνες. Το γιατί τώρα ο Θεός επιτρέπει τέτοια χρήση των εικόνων οφείλεται σε πολλούς λόγους:
α) για την απιστία των σύγχρονων χριστιανών στον Χριστό και τους αγίους, ένεκα της οποίας ο Θεός παραχωρεί να γίνονται αυτά
β) εξαιτίας της καταφρόνησης των εικόνων, που τις πλησιάζουν οι άνθρωποι αθεόφοβα και χωρίς ευλάβεια
γ) για την αδιαντροπιά του διαβόλου
(«Λόγος Ψυχωφελέστατος κατά των μαγικών ειδών», αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Θεσσαλ., σελ. 59-61).
Όσον αφορά το τελευταίο γνωρίζουμε ότι ο Θεός έχει παραχωρήσει προσωρινά κάποιες εξουσίες στον σατανά και μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία Του, για να μπορεί να αντιστρατεύεται στο θέλημά Του και να παρασέρνει με τη δύναμή του όσους, οικειοθελώς, τον ακολουθήσουν. Διότι η καλή πράξη έχει ηθική αξία μόνο εφόσον ο άνθρωπος, αν και έχει την ελευθερία να κάνει και την αντίθετή της κακή πράξη, δεν το επιθυμεί.


Kύριο βοήθημα: Το βιβλίο «Πνευματισμός, Παραψυχολογία και Μαγεία στο φως του Χριστιανισμού», Μιχαήλ Γ. Χούλη, εκδόσεις ΦΩΤΟΔΟΤΕΣ, Αθήνα

ΓΙΑ ΤΗ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ (π.Αλέξανδρου Σμέμαν)

|

Ομάδα εργασίας
του 33ου Ιερατικού Συνεδρίου
της Ι. Μητρ. Γερμανίας
Μόναχο, 30 Οκτωβρίου 2002

Μετάφραση από τα αγγλικά:
Αρχιμ. Αμβρόσιος Κουτσουρίδης



Αγαπητέ φίλε,

όταν μου ζήτησες να σκιαγραφήσω την ορθόδοξη αντίδραση στην ιδέα της χειροτονίας των γυναικών στην ιερωσύνη, σκέφτηκα στην αρχή ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν πολύ δύσκολο. Πράγματι δεν είναι δύσκολο να δηλώσω απλώς ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι εναντίον της ιερωσύνης των γυναικών και ν΄ απαριθμήσω όσον το δυνατόν πληρέστερα τους δογματικούς, κανονικούς και πνευματικούς λόγους γι΄ αυτή την αντίθεση. Ύστερα από ωριμότερη σκέψη, ωστόσο, πείσθηκα ότι μια τέτοια απάντηση θα ήταν όχι μόνο άχρηστη, αλλ΄ακόμη και επιζήμια. Άχρηστη, διότι όλοι αυτοί οι «επίσημοι» λόγοι -αγιογραφικοί, παραδοσιακοί, κανονικοί- είναι πολύ γνωστοί στους συνηγόρους της χειροτονίας των γυναικών, όπως επίσης γνωστή είναι η γενική εκκλησιολογική θέση μας, την οποία ανάλογα με τη διάθεση και τις τρέχουσες προτεραιότητές τους, οι Δυτικοί αδελφοί μας είτε την χαιρετούν ως «την κύρια οικουμενική συνεισφορά» της Ορθοδοξίας, είτε την απορρίπτουν ως αρχαϊκή, στενόμυαλη και άσχετη. Επιζήμια, διότι, αν και τυπικά σωστή, αυτή η απάντηση θα κατέστρεφε παρ΄ όλ΄ αυτά την πραγματική ορθόδοξη θέση περιορίζοντάς την σ΄ ένα θεολογικό πλαίσιο και μία προοπτική, ξένα προς την ορθόδοξη σκέψη. Διότι η Ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ δεν αντιμετώπισε αυτό το ερώτημα. Είναι για μάς τελείως ξένο, μία casus irrealis, για την οποία δεν βρίσκουμε βάση, όρους αναφοράς στην Παράδοσή μας, στην ίδια την εμπειρία της Εκκλησίας, και για τη συζήτηση της οποίας, ως εκ τούτου, απλώς δεν είμαστε προετοιμασμένοι.

Αυτή είναι λοιπόν η δυσκολία μου. Δεν μπορώ να συζητήσω το πρόβλημα καθ΄ εαυτό, διότι κάτι τέτοιο θα απαιτούσε τη διευκρίνιση της τοποθέτησής μας όχι μόνο στο θέμα των γυναικών και της ιερωσύνης, αλλά πάνω απ΄ όλα στο θέμα του Θεού στην Τριαδική Ζωή Του, της Δημιουργίας, της Πτώσης και της Απολύτρωσης, της Εκκλησίας και του μυστηρίου της ζωής της, της θεώσεως του ανθρώπου και της ανακεφαλαίωσης των πάντων εν Χριστώ. Εκτός απ΄ όλ΄ αυτά, θα παρέμενε ακατανόητο, είμαι σίγουρος, γιατί η χειροτονία των γυναικών στην ιερωσύνη είναι για μάς ισοδύναμη μ΄ ένα ριζικό και ανεπανόρθωτο ακρωτηριασμό ολόκληρης της πίστης, η απόρριψη ολόκληρης της Αγίας Γραφής -και περιττό να το πω, το τέλος όλων των «διαλόγων»… Συν τοις άλλοις, η απάντησή μου θα ηχούσε ως άλλη μία «συντηρητική» και «παραδοσιακή» υπεράσπιση της ισχύουσας, κατάστασης (status quo). Ακριβώς του ίδιου πράγματος, το οποίο πολλοί Χριστιανοί σήμερα, έχοντάς το ακούσει πάρα πολλές φορές, το απορρίπτουν ως υποκρισία, έλλειψη υπακοής στο θέλημα του Θεού, τυφλότητα έναντι του κόσμου, κ.τ.λ. Ολοφάνερα εκείνοι που απορρίπτουν την Παράδοση δεν θα προσέξουν γι΄ άλλη μια φορά ένα επιχείρημα από την Παράδοση (extraditione)…

Αλλά τι θα προσέξουν; Η κατάπληξή μας -και αυτή η κατάπληξη είναι πάνω απ΄ όλα η ορθόδοξη αντίδραση- είναι ακριβώς σχετική με την περίεργη και για μάς ακατανόητη βιασύνη, με την οποία το ερώτημα για τη χειροτονία των γυναικών έγινε αρχικά αποδεκτό ως ζήτημα, έπειτα γρήγορα περιορίσθηκε στο επίπεδο ενός «θέματος κανονικής τάξης» και τελικά προσδιορίσθηκε ως ένα ζήτημα διαπραγματεύσιμο για ν΄ αντιμετωπισθεί με ψηφοφορία! Σ΄ αυτή την περίεργη κατάσταση το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σου μεταφέρω αυτή την κατάπληξη, απαριθμώντας εν συντομία τα κύρια «συστατικά μέρη» της, όπως εγώ τα βλέπω και τα καταλαβαίνω.

Η πρώτη διάσταση της κατάπληξής μας μπορεί να ορισθεί «οικουμενική». Η δημόσια συζήτηση για τη χειροτονία των γυναικών αποκαλύπτει κάτι, το οποίο υποπτευόμασταν εδώ και πολύ καιρό, που, όμως, τώρα επιβεβαιώνεται πέρα από κάθε αμφιβολία: την αληθινά ενδογενή αδιαφορία της Χριστιανικής Δύσης σε οτιδήποτε πέρα από τη σφαίρα της δικής της προβληματολογίας, της δικής της εμπειρίας. Μπορώ μόνο να επαναλάβω εδώ ό,τι είπα προηγουμένως: ακόμη και η λεγόμενη «οικουμενική κίνηση» , παρά τους ισχυρισμούς της περί του αντιθέτου, πάντοτε υπήρξε και ακόμη ένα καθαρά Δυτικό φαινόμενο, βασισμένο σε Δυτικές προϋποθέσεις και προσδιορισμένο από μία ειδικά Δυτική «ημερήσια διάταξη». Αυτό δεν είναι «υπερηφάνεια» ή «υπεροψία». Αντιθέτως, η Χριστιανική Δύση σχεδόν κατατρύχεται από ένα σύμπλεγμα ενοχής και δεν απολαμβάνει τίποτε περισσότερο από την αυτοκριτική και την αυτοκαταδίκη. Μαστίζεται από μία ολοκληρωτική αδυναμία να υπερβεί τον εαυτό της, να αποδεχθεί την απλή ιδέα ότι η δική της εμπειρία, τα προβλήματα, οι τρόποι σκέψης και οι προτεραιότητες μπορεί να μην είναι παγκόσμια, ότι ίσως χρειασθεί να εκτιμηθούν και να κριθούν στο φως μιας αληθινά παγκόσμιας, αληθινά «καθολικής» εμπειρίας. Οι Δυτικοί Χριστιανοί σχεδόν ενθουσιωδώς κρίνουν και καταδικάζουν τους εαυτούς τους - αλλά με τους δικούς τους όρους, μέσα στη δική τους αθεράπευτα «Δυτική» προοπτική. Έτσι όταν αποφασίσουν -στη βάση της δικής τους, πιθανώς περιορισμένης και διασπασμένης, ειδικά Δυτικής «πολιτιστικής κατάστασης»- ότι πρέπει να «επανορθώσουν» αδικίες που έγιναν σε βάρος των γυναικών, σχεδιάζουν να το κάνουν αμέσως και χωρίς καθόλου να ρωτούν τι μπορεί να σκέφτονται «οι άλλοι» γι΄ αυτό, και μένουν ειλικρινά κατάπληκτοι, ίσως και θλιμμένοι, από την έλλειψη, εκ μέρους αυτών «των άλλων», οικουμενικού πνεύματος, συμπάθειας και κατανόησης.

Προσωπικά έχω αρκετά συχνά ασκήσει κριτική στους ιστορικούς περιορισμούς της ορθόδοξης νοοτροπίας , για να μη έχω το δικαίωμα να πω εν πάση ειλικρινία ότι σε μένα η δημόσια συζήτηση για τη χειροτονία των γυναικών μοιάζει να ΄ναι επαρχιώτικη, βαθύτατα σημαδεμένη κι ακόμη περιορισμένη από Δυτικό εγωκεντρισμό και αυτάρκεια, από μία αφελή, σχεδόν παιδιάστικη πεποίθηση, ότι κάθε «τάση» στον Δυτικό πολιτισμό δικαιώνει μία ριζική επανεξέταση ολόκληρης της Χριστιανικής Παράδοσης. Πόσων τέτοιων»τάσεων» μάρτυρες έχουμε γίνει στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών του ταραγμένου αιώνος μας! Πόσες αντίστοιχες «θεολογίες»! Η διαφορά πάντως τούτη τη φορά είναι, ότι σ΄ αυτό το συγκεκριμένο δημόσιο διάλογο αντιμετωπίζει κανείς όχι μία παροδική διανοητική και ακαδημαϊκή «ιδιοτροπία» -όπως ο «θάνατος του Θεού», η εκκοσμικευμένη πόλη», ο «εορτασμός της ζωής», κ.τ.λ. -, η οποία, αφού παρήγαγε μερικές εφήμερες εκδοτικές επιτυχίες, απλώς εξαφανίστηκε, αλλά την απειλή μιας αμετάκλητης και ανεπανόρθωτης πράξης, η οποία, εάν γίνει πραγματικότητα, θα παράγει μία νέα, και τούτη τη φορά είμαι πεπεισμένος τελική, διαίρεση ανάμεσα στους Χριστιανούς, θα σημαίνει, τουλάχιστον για τους Ορθοδόξους, το τέλος των διαλόγων…

Είναι πολύ γνωστό ότι οι συνήγοροι της χειροτονίας των γυναικών εξηγούν τον αγιογραφικό και τον παραδοσιακό αποκλεισμό των γυναικών από τον κλήρο με πολιτιστικές «προϋποθέσεις». Αν ο Χριστός δεν συμπεριέλαβε γυναίκες στους δώδεκα, αν η Εκκλησία για αιώνες δεν τις συμπεριέλαβε στην ιερωσύνη της, αυτό συνέβη εξαιτίας του «πολιτισμού», ο οποίος θα καθιστούσε κάτι τέτοιο αδύνατο τότε. Δεν είναι ο σκοπός μου ν΄ αναφέρω εδώ τις θεολογικές και ερμηνευτικές συνέπειες αυτής της άποψης, όπως επίσης την καθαρά ιστορική βάση της, η οποία, παρεμπιπτόντως, φαίνεται σε μένα υπερβολικά αδύνατη και επισφαλής. Αυτό που πραγματικά είναι θαυμαστό είναι ότι, ενώ είναι απολύτως πεπεισμένοι ότι κατανοούν περασμένους «πολιτισμούς», οι συνήγοροι της χειροτονίας των γυναικών φαίνονται να αγνοούν πλήρως τις δικές τους πολιτιστικές «προϋποθέσεις», τη δική τους υποταγή στον «πολιτισμό».

Πώς αλλιώς μπορεί κανείς να εξηγήσει την ετοιμότητά τους να αποδεχθούν κάτι που μπορεί ν΄ αποδειχθεί πρόσκαιρο φαινόμενο και κάτι που είναι, εν πάση περιπτώσει, ένα φαινόμενο μόλις στην αρχή του (για να μη μιλήσω για το απελευθερωτικό κίνημα των γυναικών, το οποίο επί του παρόντος δεν είναι παρά αναζήτηση και πειραματισμός), ως μία επαρκή δικαίωση για μία ριζική αλλαγή στην ίδια τη δομή της Εκκλησίας; Πώς αλλιώς, επιπλέον, θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε το γεγονός, ότι αυτό το κίνημα γίνεται αποδεκτό με τους δικούς του όρους, τ.έ. εντός της προοπτικής των «δικαιωμάτων», της «δικαιοσύνης», της «ισότητας», κ.ο.κ., όλα κατηγορίες, των οποίων η ικανότητα να εκφράσουν επαρκώς τη χριστιανική πίστη και να εφαρμοσθούν ως τέτοιες εντός της Εκκλησίας είναι, το λιγότερο, αμφισβητήσιμη;

Η πικρή αλήθεια είναι ότι η ιδέα της χειροτονίας των γυναικών, όπως εμφανίζεται και συζητείται σήμερα, είναι το αποτέλεσμα πάρα πολλών συγχύσεων και απλοποιήσεων. Αν η ρίζα της είναι η υποταγή στον «πολιτισμό», ο τρόπος ανάπτυξής της διαμορφώνεται από μια υποταγή στον «κληρικαλισμό». Κατέχεται πράγματι, σχεδόν πλήρως, από την παλιά «κληρικαλική» άποψη για την Εκκλησία και τον σύμφυτο μ΄ αυτή διπλό «υποβιβασμό»: αφ΄ ενός τον υποβιβασμό της Εκκλησίας σε «δομή εξουσίας» και αφ΄ ετέρου τον υποβιβασμό αυτής της δομής εξουσίας στον κλήρο. Στην υποτιθέμενη «κατωτερότητα» των γυναικών εντός της κοσμικής δομής εξουσίας ανταποκρίνεται η δική τους «κατωτερότητα», τ.έ. ο αποκλεισμός τους από τον κλήρο, εντός της εκκλησιαστικής δομής εξουσίας. Στη δική τους «απελευθέρωση» στην κοσμική κοινωνία πρέπει ως εκ τούτου ν΄ αντιστοιχεί η δική τους «απελευθέρωση», τ.έ. η χειροτονία στην Εκκλησία.

Η Εκκλησία, όμως, δεν μπορεί απλώς να περιορισθεί σ΄ αυτές τις κατηγορίες. Εφ΄ όσον προσπαθούμε να μετρήσουμε το ανέκφραστο μυστήριο της ζωής της με έννοιες και ιδέες εκ των προτέρων ξένες προς την ίδια την ουσία της, κυριολεκτικά την ακρωτηριάζουμε, και η αληθινή δύναμή της, η δόξα και η ομορφιά της, η υπερβατική αλήθειά της απλώς μας διαφεύγουν.

Γι΄ αυτό το λόγο κλείνοντας αυτό το γράμμα μπορώ μόνο να ομολογήσω, δίχως να εξηγώ και να δικαιώνω αυτή την ομολογία με οποιεσδήποτε «αποδείξεις», ότι η μη χειροτονία των γυναικών στην ιερωσύνη δεν έχει τίποτε να κάνει, απολύτως τίποτε, με οποιαδήποτε «κατωτερότητα» που μπορούμε να επινοήσουμε ή να φανταστούμε. Στην ουσιώδη αλήθεια, η οποία μόνη συνιστά το περιεχόμενο της πίστης μας και διαμορφώνει ολόκληρη τη ζωή της Εκκλησίας, στην πραγματικότητα της Βασιλείας του Θεού, η οποία είναι τέλεια κοινωνία, τέλεια γνώση, τέλεια αγάπη και τελικά η «θέωση» του ανθρώπου, δεν υπάρχει πραγματικά «άρσεν και θήλυ». Ακόμη περισσότερο, σ΄ αυτή την πραγματικότητα, της οποίας γινόμαστε συμμέτοχοι εδώ και τώρα, όλοι εμείς -άνδρες και γυναίκες, δίχως καμία διάκριση- είμαστε «βασιλείς και ιερείς», διότι είναι η ουσιώδης ιερωσύνη της ανθρώπινης φύσης και αποστολής, την οποία ο Χριστός αποκατέστησε σ΄ εμάς.

Εξαιτίας αυτής της ιερατικής ζωής, αυτής της έσχατης πραγματικότητας, η Εκκλησία είναι και προσφορά και αποδοχή. Και για να ισχύει αυτό, για να είναι πάντοτε και παντού η Εκκλησία δωρεά του Αγίου Πνεύματος δίχως μέτρο ή περιορισμούς, ο Υιός του Θεού πρόσφερε τον εαυτό Του μοναδική θυσία, και έκανε αυτή τη μοναδική θυσία και αυτή τη μοναδική ιερωσύνη το ίδιο το θεμέλιο, πράγματι την ίδια τη «μορφή» της Εκκλησίας. Αυτή η ιερωσύνη είναι του Χριστού, όχι δική μας. Όχι μόνο κανείς από μας, άνδρες και γυναίκες, δεν έχει «δικαίωμα» σ΄ αυτή, αλλά εμφατικά δεν είναι ανάλογη με καμία από τις ανθρώπινες κλήσεις, ή ακόμη και ανώτερη απ΄ όλες τις άλλες . Ο ιερέας στην Εκκλησία δεν είναι «άλλος ένας» ιερέας και η θυσία που προσφέρει δεν είναι «άλλη μία» θυσία. Είναι πάντα και μόνο του Χριστού η ιερωσύνη και του Χριστού η θυσία, διότι σύμφωνα με τους λόγους της ευχής του χερουβικού ύμνου «συ ει ο προσφέρων και προσφερόμενος και διαδιδόμενος…» . Και έτσι η «θεσμική» ιερωσύνη στην Εκκλησία δεν έχει καμία «οντολογία» από μόνη της. Υπάρχει μόνον για να κάνει τον ίδιο τον Χριστό παρόντα, για να κάνει τη δική Του μοναδική ιερωσύνη και με τη δική Του μοναδική Θυσία πηγή της ζωής της Εκκλησίας και «απόκτηση» από τους ανθρώπους του Αγίου Πνεύματος. Και αν ο κομιστής, η εικόνα και ο εκπληρωτής αυτής της μοναδικής ιερωσύνης είναι άνδρας και όχι γυναίκα, είναι επειδή ο Χριστός είναι άνδρας και όχι γυναίκα…

Γιατί; Αυτή φυσικά είναι η μόνη σημαντική, η μόνη σχετική ερώτηση, αυτή που κανείς «πολιτισμός», καμία «κοινωνιολογία», καμία «ιστορία» και ακόμη καμία «ερμηνεία» δεν μπορεί να απαντήσει. Διότι μπορεί ν΄ απαντηθεί μόνο από τη θεολογία, στην αρχέγονη και ουσιώδη έννοια αυτής της λέξης στην Εκκλησία ως την ενατένιση και τη θέα της ίδιας της Αλήθειας, ως κοινωνία με το άκτιστο Θείο Φως. Μόνο εδώ, σ΄ αυτή την εξαγνισμένη και αποκατεστημένη όραση, μπορούμε ίσως ν΄ αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε γιατί το ανέκφραστο μυστήριο της σχέσεως ανάμεσα στο Θεό και τη δημιουργία Του, ανάμεσα στυο Θεό και στον περιούσιο λαό Του, ανάμεσα στο Θεό και στην Εκκλησία Του αποκαλύπτεται «ουσιωδώς» σε μας ως ένα γαμήλιο μυστήριο, σαν την εκπλήρωση ενός μυστικού γάμου. Γιατί, μ΄ άλλα λόγια, η ίδια η Εκκλησία, ο ίδιος ο άνθρωπος και ο κόσμος, όταν ατενίζονται στην έσχατη αλήθεια και τον προορισμό τους, αποκαλύπτονται σε μας ως μία Νύμφη, ως γυναίκα ντυμένη στον ήλιο. Γιατί στο έσχατο βάθος της αγάπης και της γνώσης της, της χαράς και της κοινωνίας της, η Εκκλησία ταυτίζει τον εαυτό της με μία Γυναίκα, την οποία εξυμνεί ως «τιμιωτέραν των Χερουβίμ, και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφίμ».

Είναι αυτό το μυστήριο που πρέπει να «κατανοηθεί» με τα μέσα του διαλυμένου και πεπτωκότος κόσμου μας, ο οποίος γνωρίζει και δοκιμάζει τον εαυτό του μόνο μέσα στη διάλυση και τη διάσπασή του, στις εντάσεις και τις διχοτομίες του, και ο οποίος, ως τέτοιος, είναι ανίκανος για το έσχατο όραμα; Ή είναι αυτό το όραμα και αυτή η μοναδική εμπειρία που πρέπει να γίνουν ξανά για μας τα «μέσα» για την από μέρους μας κατανόηση του κόσμου, η αφετηρία και η ίδια η δυνατότητα για μία αληθινή θεϊκή νίκη έναντι όλων αυτών που σε τούτο τον κόσμο δεν είναι παρά ανθρώπινα, ιστορικά και πολιτιστικά;