Τετάρτη, 28 Μαΐου 2008

Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΒΙΒΛΟΥ

Του καθηγητή των Μαθηματικών
Hans Rohrbach

Στη φιλοσοφία των φυσικών επιστημών, γίνηκε, εδώ και 40 χρόνια τώρα, σαν συνέπεια των νέων γνώσεων που προστέθηκαν, μια σημαντική αλλαγή. Η αντίληψη δηλαδή για την πραγματικότητα γύρω μας έχει αλλάξει ριζικά. Όλες οι μεταφυσικές και φιλοσοφικές αντιλήψεις που βασίζονταν στην επιστημονική θεώρηση του κόσμου του 19ου αιώνα, έχουν ξεπεραστεί, καθώς και η κοσμοθεωρία που ίσχυε τότε.

Ο μεγάλος γερμανός φυσικός Pascual Jordan ονόμασε το θεμελιώδες νόημα της αλλαγής αυτής αρκετά καθαρά και χαρακτηριστικά με τον όρο «διπλή άρνηση».(1) Γράφει: Είναι πιο ξεκάθαρη η τοποθέτηση της σημερινής κατάστασης των πραγμάτων, εάν αρκεστούμε απλά στο να εκφράσουμε την άρνηση ως εξής: Οι βασικές θέσεις της υλιστικής φιλοσοφίας έχουν αναιρεθεί επιστημονικά από τις νέες ανακαλύψεις. Αυτό αποτελεί γεγονός ιστορικο-θεωρητικής τάξης, του οποίου η σημασία και το βάρος δεν μπορεί να μειωθεί με το ότι πολλοί θεωρούν πως ο υλισμός των φυσικών επιστημών έτσι ή αλλιώς έχει αναιρεθεί λόγου χάρη μέσω κάποιας εκλαϊκευμένης φιλοσοφίας ή ολοκληρωτικής βιολογίας, ή απλώς εξαιτίας της άρνησης της προέλευσης του ανθρώπου από τον πίθηκο ή μέσω του πνευματισμού ή της αστρολογίας. Η αλήθεια είναι πως μέχρι τον δικό μας αιώνα, όλα τα αποτελέσματα, στα οποία είχαν καταλήξει οι φυσικές επιστήμες, υποστήριζαν την υλιστική και αιτιοκρατική άποψη της φύσης και μόνο στον καιρό μας δόθηκαν τελικά βαθύτερες γνώσεις. Οι νέες γνώσεις αρνούνται την παλιά θεώρηση της φύσης, η οποία καθεαυτή - παρ' όλες τις φιλοσοφικές αιτιολογίες, αν και τόσο διορατικές σαν αυτές του Καντ - αρνιόταν τον Θεό. Αν προβάλουμε αυτή τη διπλή άρνηση, δεν κάνουμε άλλο, παρά να έχουμε δείξει το αποφασιστικό στοιχείο της σημερινής κατάστασης χωρίς να πούμε παραπάνω από εκείνο που και ένας απροκατάληπτος αθεϊστής (εφόσον γνωρίζει τις θετικές επιστήμες σήμερα και τις καταλαβαίνει) πρέπει να αναγνωρίζει ότι δηλαδή η αθεΐα του που γύρω από το 1900 ακόμα φαινόταν να υποστηρίζεται από τις φυσικές επιστήμες δεν είναι παρά μια αυθαίρετη πίστη.

«Έτσι ο χριστιανός σήμερα δεν μπορεί μεν με βάση τις γνώσεις στις οποίες έφθασε η νεότερη φυσική να δώσει την απόδειξη πως η πίστη του είναι αλήθεια αλλά τουλάχιστον μπορεί να κερδίσει την επιβεβαίωση πως σε αυτόν τον τομέα τίποτε δεν στέκεται αντίθετα στην πίστη του. Και μόνο μια ιδεαλιστική θρησκευτική υπερηφάνεια θα μπορούσε αυτό να το θεωρήσει σαν μια ασήμαντη επιβεβαίωση σ΄ένα αιώνα, όπου η ευρωπαϊκή αθεΐα, που προερχόταν από τον επιστημονικό υλισμό, οδήγησε την Ευρώπη σε τόσο βαθύ σκοτάδι

Με αυτά τα λόγια ο καθηγητής Jordan σκιαγραφεί πολύ καθαρά, ποια μεγάλη σημασία έχουν τα σημερινά δεδομένα και η αλλαγή στη σκέψη της φυσικής που σχετίζεται με αυτά, για τον άνθρωπο που ζητάει σήμερα τον Θεό. Το γεγονός της «διπλής άρνησης» ξαναδίνει σε κάθε άνθρωπο την ελευθερία της εκλογής, την οποία δεν κατέχει, όταν η σκέψη του εξακολουθεί να βρίσκεται κλεισμένη στην αιτιοκρατική θεώρηση των νεότερων χρόνων. Τώρα πλέον μπορεί με την ελεύθερη βούληση που του δίνει η «διπλή άρνηση» των φυσικών επιστημών να πει στο Θεό το «Ναι» του ή το «Όχι» του. Αυτή η προσωπική του εκλογή μέσω της Επιστήμης δεν μπορεί ούτε να καταρριφθεί αλλά ούτε και να επιβεβαιωθεί. Εκείνος που κάνει την εκλογή του βρίσκεται μποστά στον Θεό, είτε το γνωρίζει είτε όχι, θέλοντας να το καταλάβει ή όχι. Θα έπρεπε να είναι ανοιχτός προς τη φωνή του Θεού, η οποία τον προσκαλεί με διάφορους τρόπους. Όποιος έκανε την εκλογή να ζήσει με τον Θεό μπορεί να πειραματιστεί την ευχάριστη επιβεβαίωση πως οι σύγχρονες γνώσεις της Φυσικής καθόλου δεν εμποδίζουν την πίστη του. Και θέλω τούτο να το δείξω πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Τα βιβλικά θαύματα, σε σύγκριση με τις σύγχρονες Φυσικές Επιστήμες δηλαδή πώς μπορεί κανείς να καταλάβει την επιβεβαίωση αυτή για την οποία μιλάει ο Jordan αφού στο μεταξύ σε άλλο μέρος έχω κάνει ήδη την προσπάθεια να αναλύσω γενικά το περιεχόμενο και τη σημασία αυτών των νέων γνώσεων.

(1) Η διπλή άρνηση αναφέρεται στο γεγονός ότι οι επιστήμες των νεώτερων χρόνων ασκούνταν από ανθρώπους που πίστευαν στον Θεό. Όμως κάτω από την επίδραση της φυσιοκρατικής φιλοσοφίας του 19ου αιώνα οι επιστήμονες άρχισαν να αρνούνται τον Θεό και να προσπαθούν να εξηγήσουν τη φύση με βάση την αιτιοκρατία Η ΄΄διπλή άρνηση΄΄ είναι η άρνηση της άρνησης του Θεού.


Τα θαύματα
Πού βρίσκεται άραγε το πρόβλημα στις εξιστορήσεις των θαυμάτων στη Βίβλο; Για να το καταλάβουμε αυτό πρέπει πρώτα απ' όλα να πούμε κάτι για τον άνθρωπο, που διαβάζει τα θαύματα αυτά. Όποιος δεν πιστεύει στον Θεό έτσι ή αλλιώς δεν δείχνει ενδιαφέρον για τα θαύματα στη Βίβλο και οι γνώσεις του για τα φυσικά φαινόμενα, αν έχει τέτοιες γνώ­σεις, μάλλον θα τον ενισχύσουν στην άποψη, πώς σ' αυτές τις εξιστορήσεις δεν έχει να κά­νει με τίποτα άλλο, παρά με παραμύθια, με θρησκευτικούς μύθους, με πρωτόγονα όνειρα ή ίσως και με απάτη.
Όποιος, αντιθέτως, πιστεύει στον Θεό, μάλιστα σ' αυτόν τον Θεό, για τον οποίο μας μιλάει ηΑγία Γραφή, τον παντοδύναμο Δημιουργό των ουρανών και της γης, τον Πατέρα του Ιησού Χριστού, αυτόν μάλλον, δεν θα τον νοιάζει, τι λένε οι Φυσικές Επιστήμες. Αυτός ξέρει, πως για τον Θεό τίποτα δεν είναι αδύνα­το. Ο Θεός είναι Κύριος πάνω και από τους νόμους της Φύσης! Ένας τέτοιος άνθρωπος πιστεύει στα θαύματα, όπως μας τα έχει παρα­δώσει η Βίβλος, χωρίς να δίνει σημασία, τι ισχυρίζεται μια οποιαδήποτε επιστήμη εναντίον τους ή πόσο δυνατά και λογικά επιχειρήματα μπορούν να διατυπωθούν εναντίον των εξιστο­ρήσεων αυτών. Σ' αυτές τις δύο ακραίες δυνατότητες δεν υπάρχουν επομένως προβλήματα.
Αλλά, ανάμεσα στις δύο δυνατότητες, της απιστίας και της παιδικής πίστης, υπάρχουν πολλές αποχρώσεις. Υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να πιστεύουν αλλά νομίζουν πως δεν μπορούν να πιστέψουν, μέχρις ότου έχουν τέλει­α σιγουριά ότι πραγματικά έτσι είναι, όπως λέγεται. Φοβούνται, μήπως απογοητευτούν, όταν πιστέψουν. Θέλουν πρώτα αποδείξεις και δεν καταλαβαίνουν, πως η πίστη τους, έτσι πια δεν είναι πίστη. Έπειτα υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι νομίζουν πως πιστεύουν αλλά στην πραγματικότητα αμφιβάλλουν για πολλά, προ­παντός για τα θαύματα. Παρηγορούνται, συνή­θως λέγοντας πως δεν είναι και τόσο σπου­δαίο, να πιστέψουν ορισμένα γεγονότα. Το σπουδαιότερο είναι -λένε- πως πιστεύουν, στον Θεό, και γι' αυτό όλα είναι εντάξει. Αλλά, πιστεύει στον Θεό, πραγματικά εκείνος, που δεν Τον εμπιστεύεται για ορισμένα πράγματα; Και πάλι υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι πι­στεύουν ειλικρινά και θέτουν σαν σκοπό στη ζωή τους να ακολουθήσουν τον Ιησού, οι οποίοι όμως σε διάφορα σημεία αμφιβάλλουν και έτσι αρχίζουν να αμφισβητούν το περιεχό­μενο και τις διακηρύξεις της χριστιανικής πί­στης.
Είμαι βέβαιος, πως το μεγαλύτερο ποσο­στό των ανθρώπων, ανήκει σε μια από τις εν­διάμεσες κατηγορίες αυτές. Είναι, καθώς νομί­ζω, όχι τέλεια άπιστοι, αλλά ούτε και έχουν την παιδική, δυνατή πίστη, που δεν μπορεί πια τί­ποτα να τραντάξει. Δεν μπορούν να αντιμετω­πίσουν τις αμφιβολίες, που έρχονται από καιρό σε καιρό και με τις οποίες η σκέψη πολεμάει την πίστη και προσπαθεί να τη νικήσει. Καθέ­νας ας εξετάσει τον εαυτό του. Μήπως είναι έτσι, όταν κάποιος μας ρωτήσει: «Πιστεύεις ειλικρινά, πως αυτό το γεγονός έλαβε χώρα έτσι ακριβώς;» εμείς που νομίζουμε πως πιστεύου­με, αρχίζουμε να τρομάζουμε; Εδώ, νομίζω, βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα του θέμα­τός μας: Πιστεύουμε μεν, αλλά φοβόμαστε να καλοσκεφτούμε αυτό που πιστεύουμε, επειδή -έτσι νομίζουμε- είναι αδύνατο αυτό που απαι­τείται από την πίστη μας.
Πιστεύεις πραγματικά, για παράδειγμα, πως ο Μωυσής χώρισε την Ερυθρά Θάλασσα και οι Ισραηλίτες πέρασαν από κει μέσα χωρίς να βραχούν; Πιστεύεις, πως πραγματικά με τη ρά­βδο του μπόρεσε να βγάλει νερό από το βρά­χο μέσα στην έρημο; Πιστεύεις πως ο Ιησούς του Ναυή μπόρεσε να πει στον ήλιο: «`Ηλιε, στάσου, στη Γαβαών, και έτσι έγινε; Ασφαλώς, εάν ο Ιησούς του Ναυή ζούσε σε νεότερη εποχή και με πίστη ζητούσε, η ημέρα να μακρύνει, ώστε να μπορέσει να νικήσει τη μάχη μέχρι τέ­λους, τότε δεν θα έλεγε: «`Ηλιε, στάσου», αλλά Γη, στάσου». Ο Ιησούς του Ναυή όμως δεν ήξερε τότε, πως δεν γύριζε ο ήλιος γύρω από τη γη, αλλά η γη γύρω από τον εαυτό της και γύρω από τον ήλιο. Αλλά, πιστεύεις πως σήμε­ρα θα είχε κανείς τέτοια πίστη να πει: «Γη, στά­σου» για να μεγαλώσει μια μέρα, για χάρη του έργου του Θεoύ; Πιστεύεις, πως τα κοράκια έφερναν στον Ηλία τροφή στον ποταμό Χερίθ; Πως το λάδι στη στάμνα της χήρας στα Σαρεπτά δεv τέλειωνε; Πως ο Ηλίας ξανάφερε τον γιό της, στη ζωή;
Πιστεύεις στα θαύματα της Καινής Διαθή­ς, τα οποία έκανε ο Χριστός; ότι περπάτησε πάνω στη θάλασσα; ότι έδωσε σε 5.000 ανθρώ­πους να χορτάσουν, μόνο με λίγα ψάρια και ψω­μί; ότι ησύχασε την τρικυμία; ότι ανάστησε νε:κρούς; ότι φώναξε το Λάζαρο να βγει από τον τάφο, παρ' όλο που βρισκόταν κιόλας τέσσερις μέρες μέσα εκεί και το σώμα του πια είχε αρχίσει να σαπίζει; Τα πιστεύεις όλα αυτά, έτσι όπως μας τα περιγράφει η Γραφή, ή μήπως στο βάθος της καρδιάς σου κρατάς την αμφιβολία, μην τυχόν δεν ήταν έτσι, όπως τα ξέρεις;
Και αν προχωρήσουμε από τα θαύματα του Ιησού στο ίδιο το πρόσωπό Του, τότε, πιστεύεις στην υπερφυσική Του γέννηση; Πως η Μαρία συνέλαβε από το Άγιο Πνεύμα; Πιστεύεις στη Μεταμόρφωσή Του επάνω στο όρος Θαβώρ; Πι­στεύεις στην Ανάστασή Του, πως δηλαδή ανα­στήθηκε από έναν κλειστό τάφο; ότι μπορούσε να περνάει μέσα από κλειστές πόρτες, που οι μαθητές Του είχαν κλειδώσει από το φόβο τους για τους Ιουδαίους; Πιστεύεις στην Ανά­ληψή Του προς τον ουρανό; Ή πιστεύεις μόνο θεωρητικά, γιατί έχεις τη γνώμη, πως αυτό ανή­κει στα δόγματα της χριστιανικής πίστης, και σαν καλός Χριστιανός θα έπρεπε κι' εσύ να τα πιστεύεις;
Ήθελα με όλα αυτά να δείξω, τι περιέχει ο προβληματισμός αυτός. Το ερώτημα στα βιβλι­κά θαύματα είναι το εξής: Μπορούμε να τα πι­στεύουμε, έτσι όπως μας τα περιγράφει η Γρα­φή ή επιτρέπεται να αμφιβάλλουμε; Πολλοί αντιδρούν με διάφορους τρόπους στο ερώτημα αυτό. Γι' αυτό θέλω τώρα να αναφερθώ στους διάφορους τρόπους αντίδραοης, προτού πω τη δική μου γνώμη. Υπάρχουν δυο δυνατότη­τες να λάβει κανείς θέση μπροστά στα θαύματα -βεβαίως αν θέλει να λάβει θέση- όταν δεν τα πιστεύει.
Η μια δυνατότητα είναι να διαγράψει όλα τα θαύματα από τη Βίβλο, επειδή είναι σκάνδα­λο και υποθέτουν πράγματα, που είναι αδύνατο να έχουν συμβεί έτσι. Προπαντός βασίζονται οι οπαδοί αυτής της σκέψης σε δήθεν αντιφάσεις που εμφανίζονται όταν κανείς συγκρίνει τις περικοπές διαφόρων Ευαγγελίων. Επικαλούν­ται τη λογοτεχνική κριτική, την έρευνα των πηγων και άλλες συγκρίσεις. Λένε, πως και σε άλλες θρησκείες υπάρχουν θαύματα, πως π.χ. στο Βουδδισμό, ένας μαθητής του Βούδδα περπάτησε πάνω στα νερά και όταν η πίστη του άρχισε να κλονίζεται, βυθίστηκε. Αυτό το πήραν -λένε- από την Βίβλο, και αποδόθηκε στον Πέ­τρο επειδή δήθεν οι μαθητές του Χριστού δεν ήθελαν ο Δάσκαλός τους να φανεί κατώτερος σε θαυματουργίες μπροστά σε άλλους ιδρυτές θρησκειών, οι οποίοι έζησαν πιο πριν. Αυτό ισχύει και για τους μύθους της Κοσμογονίας. Και εκεί επίσης ψάχνουν στις θρησκείες των Βαβυλωνίων, των Αιγυπτίων και άλλων γειτονι­κών λαών, και ανακαλύπτουν κοινά στοιχεία. Ασφαλώς -έτσι συμπεραίνουν- όλα αυτά μπήκαν αργότερα στη Βίβλο. Δεν αποτελούν, υποστηρίζουν, την πραγματική μαρτυρία της Βί­βλου, ούτε καν έχουν σχέση με τα (πραγματικά) λόγια του Θεού. Προπαντός πολλά θαυματουρ­γικά φαινόμενα σχετικά με το πρόσωπο του Ιη­σου, λένε πως προστέθηκαν αργότερα, μετά από το θάνατό Του, από τους μαθητές και την πρώ­τη Εκκλησία. Αυτή η άποψη δεν σταματάει ούτε μπροστά στο μεγαλύτερο των θαυμάτων που ξέρουμε: την Ανάσταση του Ιησού Χριστού. Και αυτό επίσης, κατά τη γνώμη τους δεν επιτρέπεται να το δεχτεί η ανθρώπινη λογική. Οι αφηγή­σεις γύρω από τον αδειανό τάφο περιέχουν πολλές ασυμφωνίες. Στον ένα Ευαγγελιστή αναφέρονται δύο άγγελοι στον τάφο, στον άλ­λον ένας, στον τρίτο μόνο ένας άγγελος πιο έξω. Ο ένας αναφέρει ορισμένες γυναίκες, ο άλλος άλλες που πήγαν στον τάφο και τον βρή­καν αδειανό. Επειδή υπάρχει διαφορά στις περιγραφές αυτές, δεν μπορεί να τις θεωρήσει κανείς -λένε- σαν ιστορικά αποδεικτικά στοι­χεία ή σαν αξιόπιστες πηγές. Οι ίδιοι οι μαθη­τές, δήθεν, υποστηρίζουν αυτή την άποψη, επειδή ούτε αυτοί πίστευαν τις ειδήσεις για την ανάσταση και έλεγαν πως οι γυναίκες τους διη­γήθηκαν παραμύθια. Γι' αυτόν τον λόγο, νομί­ζουν πως οι διηγήσεις αυτές δεν είναι ιστορικές περιγραφές αλλά μύθοι. Πάντως, κατά την άπο­ψη αυτή, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγο­νός, πως κάτι συνέβηκε, το οποίο έκανε τους φοβισμένους και σκορπισμένους προς όλες τις κατευθύνσεις μαθητές να γίνουν οι θαρραλέοι απόστολοι και οι δημόσιοι ομολογητές. Κάποια αλλαγή έλαβε χώρα, την οποία δεν μπορεί να εξηγήσει κανείς με φυσικό τρόπο. Και έτσι λέ­γεται πως οι μαθητές κάπως έλαβαν την πεποί­θηση, πως ο Ιησούς ζει. Από πού; δέν παίζει κανένα ρόλο. Ή όπως πολλοί εξηγούν, ο Ιη­σούς «αναστήθηκε» μέσα στη συνείδησή τους. Όλα αυτά μεν μπορεί να είναι όμορφα διατυπω­μένα, αλλά δεν έχουν βάση. Και αυτό που έχει σπουδαιότερη σημασία σε όλες τις ερμηνείες αυτές είναι η ιδέα, πως το σώμα του Ιησού έμεινε στον τάφο, όπως το σώμα κάθε κανονικού ανθρώπου. Το πολύ πολύ η ψυχή Του να μεταφέρθηκε σε κάποιον τόπο, εκεί που οι ψυ­χές μας θα μεταφερθούν, αν ζήσουμε στη γη σαν καλοί άνθρωποι. Αυτή, λοιπόν, είναι η μια δυνατότητα, δηλαδή να εξαλείψει κανείς τα θαύματα από τις Γραφές και να βρει δικαιολο­γία με τέτοιες ιδέες τις οποίες σκιαγράφησα ως εδώ.
Μια άλλη δυνατότητα είναι να δεχτεί κα­νείς τα θαύματα, αλλά να τους δώσει άλλη εξή­γηση. Αυτό γίνεται με διάφορους τρόπους, δη­λαδή εξηγώντας τά συμβολικά, αλληγορικά, σαν παραβολές και όχι σαν πραγματικά γεγονότα. Το περπάτημα του Ιησού πάνω στα νερά της θάλασσας, π.χ. λέγεται πως συμβολίζει στην Αγία Γραφή το σκοτάδι, και το γεγονός ότι ο Ιησούς περπάτησε πάνω στα νερά, σημαίνει πως έθεσε κάτω από τα πόδια του τις δυνάμεις του σκότους. Η καθησύχαση της τρικυμίας ση­μαίνει πως ο Χριστός είναι ο Κύριος των στοιχείων. Ο χορτασμός των 5.000 σημαίνει πως μπορει να καλύψει κάθε έλλειψη τροφίμων. Τα θεραπευτικά θαύματα του Ιησού συμβολίζουν την κυριαρχία Του πάνω στην αρρώστεια. Θαύμα­τα αναστάσεων σημαίνουν πως ο Ιησούς είναι Κύριος του θανάτου. Αυτήν την κυριαρχία του Χριστού πάνω σέ κάθε τι στον κόσμο θέλουν να μας δείξουν συμβολικά οι διηγήσεις αυτές για τα θαύματα. Αλλά, στην πραγματικότητα -λένε- τίποτα από αυτά δεν έγινε.
Μια άλλη προσπάθεια να δώσει εξήγηση κα­νείς στις περιγραφές των θαυμάτων είναι η ψυ­χολογική ροπή. Δίνεται μεγαλύτερη προσοχή στην άλλη πλευρά, όπως δηλαδή στο φόβο των μαθητών στη βάρκα την ώρα της τρικυμίας, βγάζοντας το συμπέρασμα: Δεν χρειάζεται να φοβόμαστε όταν ο Ιησούς είναι μαζί μας. Ο Ιη­σούς μάς δίνει την εσωτερική ειρήνη. Ή το γε­γονός του χορτασμού των 5.000 χαρακτηρίζεται π.χ. σαν μαζική παραίσθηση. Οι άνθρωποι, δή­θεν, τόσο μαγεύτηκαν τότε από τα λόγια του Ιησού, ώστε δεν ένιωσαν το αίσθημα της πεί­νας. Έτσι και στα θαύματα θεραπείας, που πο­λύ ή λίγο βρίσκονται ψυχολογικοί παράγοντες στη μέση, η ζωτική ορμή ξυπνάει- πρόκειται για υποβολή ή ακόμα και ύπνωση.

Μια τρίτη προσπάθεια εξήγησης είναι η εξης: Τα θαύματα εξηγούνται σαν γεγονότα τα οποία την εποχή εκείνη θεωρούνταν θαύματα. Υπενθυμίζεται, πως στις λίμνες της Παλαιστί­νης, οι οποίες βρίσκονται χαμηλά, οι άνεμοι μπορούν να εμφανιστούν και να εξαφανιστουν με την ίδια ταχύτητα. Η καθησύχαση της τρικυ­μίας ήταν ένα τέτοιο φυσικό φαινόμενο, στο οποίο ο Ιησούς τη σωστή στιγμή άπλωσε το χέ­ρι Του προς τον άνεμο. Στην περίπτωση του Μωυση, όταν εκείνος έβγαλε νερό χτυπώντας την πέτρα, υπενθυμίζεται, πως στους βράχους της ερήμου πολλές φορές βρίσκονται φλέβες νερού, oι οποίες μπορούν να σπάσουν όταν κα­νείς χτυπήσει με δύναμη. 'Ετσι έγινε και στην περίπτωση αυτή. Στο χορτασμό των 5.000 λέγε­ται, πως κάτω από την επιρροή του κηρύγματος του Ιησού, το παράδειγμα του παιδιού, να δώ­σει τα ψωμιά και τα ψάρια του στους μαθητές , ήταν τόσο μεταδοτικό, ώστε καθένας που είχε κάτι φαγώσιμο μαζί του, το έβγαλε και το έδωσε, στους διπλανούς του, ώστε όλοι να χορτάσουν. Στα θαύματα των αναστάσεων δεν επρόκειτο για πραγματικά πεθαμένους, αλλά μόνο για φαι­νομενικά. Αυτά είναι λίγα παραδείγματα, πως φτάνει κανείς να κρατήσει τα θαύματα μεν αλ­λά να τα εξηγήσει με φυσικό τρόπο.


Ασφαλώς, οι προσπάθειες που ανέφερα στην αρχή, να διαγράψει κανείς τα θαύματα από τη Βίβλο, βασίζονται σε καθαρά επιστημο­νικη εργασία. Αλλά αυτή η εργασία δεν αγγίζει τα θαύματα καθόλου- αστοχεί στο σπουδαιότερο.­ Οι προσπάθειες που ανέφερα έπειτα, να κρατήσει, δηλαδή, τα θαύματα κανείς, δίνοντάς τους όμως άλλη εξήγηση, προσφέρουν μεν δυνατότητες εξήγησης (μερικές αδύνατες, άλλες καλές και ορισμένες πολύ καλές) μόνο που δεν εξαντλούν τα θαύματα τελείως. Υπάρχουν βε­βαίως πολλά συμβολικά στοιχεία στα θαύματα. Κάθε θαύμα είναι σπουδαίο για μας, όχι μόνο σαν γεγονός της εποχής εκείνης, αλλά και σαν συνεχής μαρτυρία για μας σήμερα, επειδή η εξουσία του Χριστού παραδειγματικά εμφανίζε­ται στα θαύματα της εποχής εκείνης. Αλλά, όπως είπα, αυτές οι εξηγήσεις δεν εξαντλούν σε βάθος τα θαύματα.


Η προσωπική μου άποψη

Και τώρα η προσωπική μου άποψη για τα θαύματα, σύμφωνα με τη σημερινή επιστημο­νική βάση. Πρέπει κατ' αρχήν να πω ξεκάθαρα και χωρίς παρανόηση: Προσωπικά πιστεύω και υποστηρίζω τα θαύματα, τα οποία η Αγία Γρα­φή μάς περιγράφει και όπως μας τα περιγράφει. Ως επιστήμονας, που είμαι, μπορώ να πιστέψω ότι τα θαύματα αυτά έλαβαν χώρα και μάλιστα με τον τρόπο που αναφέρουν οι Γρα­φές.

Δεν θέλω με τούτο να πω πως η πίστη μου βασίζεται πάνω σ' αυτά, ή πως το θεωρώ σπου­δαίο να πιστεύω και στα θαύματα αυτά, όπως μας παραδόθηκαν. Δεν χρειάζεται στήριγμα η πίστη μας. Ακόμα και σαν πειραζόμενος άνθρωπος, σαν άνθρωπος που βρίσκεται μέσα στη μάχη της πίστης, πρέπει να ομολογήσω, πως είμαι ευγνώμων για κάθε απάντηση στην προσευχή μου και για κάθε βοήθεια από τον Θεό σε δύσκολες στιγμές. 'Ηρθα στην πίστη με όλες τις αμφιβολίες, και έπειτα, σιγά - σιγά, άρ­χισα να κερδίζω τη γνώση ότι μπορώ ακόμα και σαν επιστήμονας να πιστεύω σ' αυτά και σε άλ­λα θαύματα. Καθένας μπορεί να καταλάβει την κατάστασή μου, όταν σαν επιστήμονας, μάλι­στα μαθηματικός, ο οποίος έχει συνηθίσει να βγάζει συμπεράσματα μόνο μέσω της λογικής και να βασίζει κάθε τι σε αποδείξεις προτού το αναγνωρίσει, όταν ένας τέτοιος άνθρωπος έρ­θει στην πίστη, πρέπει να λογοδοτήσει στον εαυτό του: Mπoρώ να το συμβιβάσω αυτό με την επιστημονική μου τιμιότητα και ευθύτητα; Δεν πρέπει να κάνω διαχωρισμό, δηλαδή από το ένα μέρος τον επιστημονικό τομέα και από τον άλλο τον προσωπικό τομέα της πίστης; Αλ­λά, ακριβώς ένας τέτοιος διαχωρισμός είναι που φέρνει τόσες δυσκολίες σε έναν άνθρωπο που ζητάει ειλικρινά, επειδή είναι ανυπόφορο να ζει κανείς κατά τέτοιο τρόπο, δηλαδή κάθε Κυριακή στην εκκλησία να πιστεύει και να υπο­στηρίζει κάτι, που τις υπόλοιπες ημέρες δεν μπορεί να παραδεχθεί στο επιστημονικό του έργο. Γι' αυτό το λόγο άρχισα να μελετώ την Αγία Γραφή. Μίλησα με ιεροκήρυκες και με επιστήμονες. Σκέφτηκα, προσευχήθηκα, παρα­καλώντας τον Θεό να μου χαρίσει γνώση και να μου πάρει τις αμφιβολίες. Μέσω της πίστης ήμουν σίγουρος, πως η γνήσια επιστημονική γνώση δεν μπορεί να αμφισβητεί τη θεία απο­κάλυψη ώστε σήμερα μπορώ να πω: Και οι δυο δρόμοι της γνώσης, τόσο η επιστημονική έρευ­να όσο και η Θεία αποκάλυψη συνυπάρχουν και μόνο μαζί μάς ανοίγουν ολόκληρη την πραγματικότητα­. Κανένα από τα πράγματα που μας δόθηκαν μέσω των Γραφών δεν προσκρούουν σε νόμους της Φύσης.
Πώς μπορεί να το πει κανείς αυτό με βάση τη σημερινή μας γνώση; Θέλω πρώτα να ρω­τήσω: Γιατί μέχρι σήμερα δεν ήταν δυνατό αυ­τό; Γιατί υπήρχε πάντοτε σκάνδαλο γύρω από τις διηγήσεις των θαυμάτων; Η απάντηση βρί­σκεται εδώ: Όπως είπα και στην αρχή, μεγαλώ­σαμε με την παλιά σκέψη της Φυσικής, η οποία κυριαρχούσε στις Φυσικές Επιστήμες μέχρι και τον αιώνα μας. Ο προσδιορισμός καθενός φυ­σικού φαινομένου καθώς και ο υπολογισμός του εκ των προτέρων ήταν ιδέα, η οποία σχετι­ζόταν γενικά με τη σκέψη της Φυσικής. Έτσι, όπως π.χ. κανείς μπορούσε να υπολογίσει επί χιλιάδες χρόνια προς το μέλλον ή προς το πα­ρελθόν μια έκλειψη ηλίου ή σελήνης, έτσι επι­κρατούσε η γνώμη, πως με βάση την κλασική Φυσική θα βρισκόμαστε κάποτε σε θέση να προϋπολογίσουμε κάθε φαινόμενο, όταν θα εί­χε βρεθεί η ονομαζόμενη «παγκόσμια εξίσω­ση». Όποιος δέχεται μια τέτοια αιτιοκρατική αρχή, δηλαδή του προσδιορισμένου, φυσικού συμβάντος, τότε φυσικά, θαύματα γι' αυτόν δεν είναι τίποτε άλλο παρά διάσπαοη των φυσι­κών νόμων, κάτι το επιστημονικά αδύνατο. Οι φυσικοί νόμοι θεωρούνταν αιώνιοι, αμετάβλη­τοι, αμετακίνητοι. Δεν θα υπήρχε δυνατότητα για εξαιρέσεις- και όταν κάποιος διηγόταν πως γνώρισε μια τέτοια εξαίρεση, τότε αυτό θα μπορούσε να είναι απάτη ή φαντασία ή και ανοησία. Διάσπαση των φυσικών νόμων θα είχε σαν αποτέλεσμα την ανατροπή ολόκληρης της φυσικής νομοτέλειας. Επειδή όταν ένας επιστήμονας επιτρέψει σε νόμο να έχει κάποια εξαίρεση, η οποία δεν μπορεί να ελεγχθεί, τό­τε προς τι ο νόμος; Έτσι πάντοτε υπάρχει η δυνατότητα της εξαίρεσης, ώστε κάθε επιστη­μονική εργασία να είναι περιττή. Γι' αυτό το λόγο, ένας επιστήμονας, που πιστεύει στον προσδιορισμό του γεγονότος, δεν μπορεί να πιστεύει σε θαύματα.
Στο μεταξύ η Φυσική Επιστήμη εγκατέλει­ψε αυτή την παλιά σκέψη και δέχτηκε μια και­νούργια. Αυτή τη νέα σκέψη δεν τη δέχτηκε ανεξέταστα, επειδή δήθεν κάποτε χόρτασε την παλιά, και τώρα για καινοτομία ή αστειότητα σκέφτηκε κάτι καινούργιο. Όχι! Την καινούργια αυτή σκέψη oι φυσικοί οπωσδήποτε έπρεπε να τη δεχτούν, έστω και ενάντια στη θέλησή τους. 'Ηταν υποχρεωμένοι προς χάρη της επι­στημονικής τους εργασίας να το κάνουν, επει­δή δεν θα μπορούσαν αλλιώς να κατανοήσουν τα συμβάντα του ατομικού - του πιο μικρού δηλαδή - τομέα. Οι φυσικοί νόμοι, στο βά­θος, δεν είναι τέλεια προσδιορισμένοι. Στις πρώτες αρχές κάθε φυσικού γεγονότος υπάρ­χουν ανυπολόγιστες δυνατότητες αντίδρασης, στις οποίες δεν μπορούμε να επιδράσουμε.
Παρ' όλα αυτά, μολονότι τα βασικά γεγονό­τα είναι κατ' ουσίαν απροσδιόριστα, τα γεγονό­τα που συμβαίνουν στον μακροσκοπικό τομέα φαίνονται προσδιορισμένα και αιτιολογημένα, ώστε να μπορούμε να βασίζουμε όλες τις τεχνι­κές εφαρμογές πάνω σ' αυτά. Το ότι, παρά την απροσδιοριστία, το γεγονός μάς παρουσιάζεται προσδιοριζόμενο στον μακροσκοπικό τομέα οφείλεται στο ότι είναι μεγάλος ο αριθμός των σωματιδίων που λαμβάνουν μέρος σε αυτό. Κατά το νόμο των μεγάλων αριθμών, συμπυκνώ­νονται τα μεμονωμένα συμβάντα του μικρόκο­σμου σε ένα ορισμένο γεγονός στον μακρόκο­σμο. Οι νόμοι του μακρόκοσμου πρέπει να θεω­ρούνται σαν οριακές περιπτώσεις των φυσικών νόμων του μικρόκοσμου.


Αν θέλει κανείς σχετικά με την επιστημονι­κή ορολογία να ταξινομήσει ένα θαυματουργικό φαινόμενο, τότε θα πρέπει να το χαρακτηρίσει ένα «στατιστικά σπάνιο φαινόμενο». Κάθε δήλωση περί φυσικών φαινομένων μπορούμε να κάνουμε μόνο βάσει πιθανολογικών αναφο­ρών, δηλαδή μπορούμε μόνο για γεγονότα να πούμε κάτι, τα οποία έλαβαν χώρα πολλές φο­ρές. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε πολύ σπάνια γεγονότα. Δεν μπορούμε να τα προσδιορί­σουμε νομοτελειακά, ακριβώς επειδή είναι σπάνια.
Αυτό είναι κάτι που αξίζει να το κρατήσου­με στη μνήμη μας: Λόγω της βαθύτερης γνώσης που έχουμε σήμερα για τα φυσικά φαινόμενα, από επιστημονικής πλευράς δεν μπορούμε να αποκλείσουμε τη δυνατότητα του θαύματος. Επιστημονικά ένα Θαύμα δεν είναι παρά ένα πολύ απίθανο, στατιστικά σπάνιο, αλλά όχι αδύ­νατο φαινόμενο. Αυτή όμως είναι μια πολύ μο­νόπλευρη περιγραφή, είναι η άποψη που προσφέρει η Επιστήμη σ' αυτόν που βλέπει τη δυνα­τότητα ενός Θαύματος. Ο επιστήμονας στον επιστημονικό του τομέα, βέβαια, ποτέ δεν μιλάει για θαύματα.
Όταν τώρα εκφράζω τη θέση μου μπρο­στα στα βιβλικά θαύματα, δεν μιλάω μόνο σαν επιστήμονας, αλλά και σαν πιστός Χριστιανός. Αυτό σημαίνει, πως πέρα από τον υλικό κόσμο, ο οποίος ανοίγεται στην σκέψη μας με τους τρόπους και τις μεθόδους της έρευνας, ανα­γνωρίζω και την αόρατη πραγματικότητα του Θεού η οποία ανοίγεται μέσω της πίστης. Μόνο αυτή η αναγνώριση, η οποία όπως και η πίστη είναι μια πράξη ελεύθερης προσωπικής εκλο­γής, μας δίνει τη δυνατότητα να ολοκληρώσου­με τη μονόπλευρη περιγραφή του θαύματος, όπως είπαμε πάρα πάνω. Ένα θαύμα στον το­μέα του υλικού κόσμου, λαμβάνει μεν χώρα μέ­σα σ' αυτόν τον τομέα, δεν μπορεί όμως να εξη­γηθεί μόνο μέσω αυτού. Πρέπει να θεωρήσουμε το θαύμα σαν μια αποκάλυψη από την αόρατη πραγματικότητα του Θεού, μέσα στον υλικό κό­σμο. Γι' αυτό, είναι αναγκαίο, για τη σωστή στάση απέναντι των θαυμάτων, νά προσέξει κα­νείς τέσσερα στοιχεία. Έτσι φτάνω στο κύριο μέρος, μιλώντας μόνο για τέτοια θαύματα, τα οποία είναι σημεία θείας αποκάλυψης. Τα τέσ­σερα αυτά στοιχεία είναι τα εξής:
Πρώτο: Πρέπει να ξέρω, ότι είναι ο Θεός που κάνει τα θαύματα. Δεν έχουν σχέση αυτά με ένα είδος μαγείας• είναι πράξεις του Θεού. Δεν είναι ο Μωυσής που κάνει τα θαύματα αυτά ούτε ο Ιησούς του Ναυή ούτε ο Ηλίας, αλλά πάντοτε και μόνο ο Θεός που κάνει τα θαύματα μέσω του Μωυσή, του Ιησού του Ναυή, του Ηλία. Δεν πρέπει να θεωρούμε τον άνθρωπο μέσω του οποίου γίνονται θαύματα, σαν θαυμα­τουργό, αλλά μόνο σαν όργανο στα χέρια του Θεού. Ας θυμηθούμε πως ο Ιησούς πριν από κάθε θαύμα προσευχόταν. Πόσες φορές μας περιγράφεται, πως έστρεφε το βλέμμα προς τα πάνω. Και στην ανάσταση του Λαζάρου, διαβά­ζουμε πως ο Χριστός ευχαριστεί πριν ακόμα κά­νει το θαύμα: «Πατέρα, σ' ευχαριστώ που με άκουσες». Και έπειτα φωνάζει: «Λάζαρε, βγες έξω». Ο Θεός κάνει θαύματα, αν του το ζητήσει κανείς.

Δεύτερο: Πρέπει να έχω την πεποίθηση πως ο Θεός μπορεί να κάνει θαύματα, δηλαδή πρέπει να πάρω την παντοδυναμία του Θεού στα σοβαρά, όχι μόνο να την αναφέρω. Θα έπρεπε να πιστεύω πως ο Θεός μπορεί να κάνει θαύματα, και αν ακόμα δεν μας μιλούσε η Αγία Γραφή για θαύματα. Και αν σήμερα δεν πιστεύουμε, πως ο Θεός μπορεί να κάνει θαύμα­τα ή αν νομίζουμε, πως χρειάζονται γι' αυτό ειδικές ανθρώπινες ικανότητες, τότε φταίμε οι ίδιοι, που σήμερα δεν πειραματιζόμαστε τα θαύ­ματα. Ο Θεός είναι έτοιμος να κάνει θαύματα, και σήμερα. Τα κάνει μέσω ανθρώπων που πιστεύουν, πως Εκείνος μπορεί. Είναι μάλιστα έτοιμοι να Τον παρακαλέσουν.

Τρίτο: Πρέπει να αντιλαμβάνομαι τα θαύμα­τα σαν αποκάλυψη του Θεού. Γνωρίζουμε πολ­λά θαύματα: Ας σκεφτούμε π.χ. το θαύμα της δημιουργίας. Είναι αποκαλύψεις του Θεού. Δεν θέλω όμως να μπω πιο βαθιά στο θέμα αυτό. Σκέφτομαι, πάντως, πιο πολύ τα θαύματα της Βιβλου και προπαντός τα θαύματα που έγιναν δια του Ιησού. Είναι ειδικές αποκαλύψεις του Θεού της δύναμης, της δόξας Του.
Το θαύμα της ανάστασης του Λαζάρου δεν στοιχειοθετεί­ται μόνο από το γεγονός ότι βγήκε ο Λάζαρας πραγματικά από τον τάφο. Το θαύμα πρέπει να παρατηρηθεί πιο βαθιά. Θέλω να διευκρινίσω τι θέλω να δείξω με τα στοιχεία που ανέφερα ως εδώ. Ότι είναι ο Θεός, που κάνει τα θαύματα, πρέπει να Τον εμπιστευόμαστε και ότι τα θαυματα είναι αποκαλύψεις της δύναμής Του. Ο Ιησούς φώναξε: «Λάζαρε, βγες έξω». Τον φώναξε με το όνομά του. Αυτό έχει μεγάλη ση­μασία. Αν δεν φώναζε το όνομα αυτό, τότε όλοι οι πεθαμένοι θα βγαίναν έξω.

Τέταρτο: Πρέπει να ξέρω πως ο Θεός κάνει τα θαύματά Του δια της φυσικής οδού. Εφ' όσον λαμβάνουν χώρα στον υλικό κόσμο, γίνον­ται τα θαύματα αυτά μέσα στα πλαίσια της φυ­σικής νομιμότητας, την οποίαν έβαλε ο ίδιος ο Θεός μέσα στη Δημιουργία. Κανένα από τα θαύ­ματα αυτά δεν στρέφεται ενάντια στους νό­μους αυτούς. Υπάρχουν όμως και θαύματα που ξεπερνούν τη νομιμότητα αυτή, π.χ. η δημιουρ­γία του κόσμου και τα θαύματα γύρω από το πρόσωπο του Ιησού. Στο τέταρτο αυτό στοιχείο θέλω να δείξω πως η ιδέα, ότι ένα θαύμα αποτε­λεί παράβαση των φυσικών νόμων, είναι εσφαλ­μένη. Αυτό που θέλω να περιγράψω στο τελευ­ταίο τούτο στοιχείο είναι πως τα θαύματα, έτσι όπως μας περιγράφονται στην Αγία Γραφή, έχουν δυνατότητα να συμβούν, δηλαδή είναι έπιστημονικώς πιθανά.
Θέλω να μη προσφέρω την κακή εντύπωση, πως τάχα προσπαθώ να δώσω εξηγήσεις για θαύματα. Δεν μπορώ μα ούτε θέλω να εξηγήσω τα θαύματα. Δεν ξέρω, πώς ο Θεός έκανε τα θαύματα στην πραγματικότητα. Το μόνο που ξέ­ρω, με βάση τις Γραφές, είναι ότι τα έκανε, και μπορώ να δώσω μια τέτοια εξήγηση, που δεν αντιφάσκει με τη γνώση των νόμων της Φύσης. Η εξήγηση αυτή είναι μια από τις πολλές. Αυτό δεν προσφέρει στήριγμα στην πίστη μας, επει­δή η πίστη είναι η προϋπόθεση για να αναγνωρί­σω, όπως είδαμε, τη δυνατότητα των θαυμά­των. Γι' αυτό μένει, καθώς και πριν, στην προσωπική εκλογή του καθενός, αν θέλει να πι­στεψει σε θαύματα ή όχι. Αλλά η εκλογή είναι μόνο τότε πια ελεύθερη, όταν γνωρίσει κανείς ότι η παλιά επιστημονική επιχειρηματολογία, η οποία στρέφεται ενάντια στη δυνατότητα ενός θαύματος, δεν είναι πια βάσιμη.


Η καταληπτή δυνατότητα των θαυμάτων

Κατά πόσον είναι δυνατόν να θεωρηθούν καταληπτά τα θαύματα σήμερα; Αυτό έχει σχέ­ση με το γεγονός, ότι σήμερα έχουμε μια τε­λείως διαφορετική αντίληψη για την ύλη, μπρο­στά στην παλιά αντίληψη της μηχανιστικής - αιτιοκρατικής εποχής. Η ύλη, όπως τώρα δεχόμα­στε, ισοδυναμεί με ενέργεια. Αλλά δεν ξέρου­με τι είναι ενέργεια, τι είναι π.χ. ο ηλεκτρισμός. ξέρουμε μόνο πώς ενεργεί και τι μπορούμε να κάνουμε μ' αυτόν, χωρίς να μπορούμε να περι­γράψουμε τη φύση του. Ένα τεμάχιο ύλης -και το σώμα μας είναι ένα μέρος ύλης- πρέπει να το θεωρήσουμε σαν μια μεγάλη συρροή πολ­λών στοιχειωδών σωματιδίων. Μόνο μέσω της πολύ γρήγορης αλλά τακτικής κίνησης αυτών των σωματιδίων προέρχεται αυτή η οπτική αίσ­θηση της ύλης. Τώρα, μπορεί να αντιτάξει κα­νείς, ότι τουλάχιστον αυτά τα μικρά τεμάχια, τα στοιχειώδη σωματίδια, από τα οποία αποτελούν­ται τα άτομα, τα μόρια, η ύλη γενικά, είναι κάτι το υλικό. Αλλά αυτό δεν είναι έτσι. Ακόμα κι αυτά τα σωματίδια που ισοδυναμούν με ενέρ­γεια, μπορεί να τα παρομοιάσει κανείς με τα­λαντώσεις. Όμως, πρέπει να έχει κανείς υπ' όψη του, ότι τέτοια παρομοίωση μόνο κατά μέρος αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Αν θεωρήσουμε την ενέργεια σε μορφή ταλαντώσεων, τότε δεν επιτρέπεται να νομίσουμε ότι υπάρχει μέσο το οποίον ταλαντεύεται, όπως π.χ. ο αέ­ρας στα ηχητικά κύματα ή το νερό στα υδάτινα κύματα. Πρέπει να μιλάμε για κύματα χωρίς να υπάρχει μέσο.

(2) Κάθε ύλη συνίσταται από τέ­τοιες ταλαντώσεις χωρίς να υπάρχει φορέας. Δεν είναι εύκολο να μπει κανείς σ' αυτόν τον τρόπο σκέψης.
Εδώ πρέπει να επιστήσω την προσοχή σ' ένα άλλο στοιχείο: Δεν ξέρουμε από πού προέρχονται οι ταλαντώσεις αυτές, οι οποίες στο κάτω - κάτω, παρουσιάζουν κάθε στοιχειώ­δες σωματίδιο, κάθε υλικό άτομο. Το πεδίο ταλαντώσεων που σχηματίζεται κατ' αυτόν τον τρόπο και το οποίο μπορούμε επιστημονικά να θεωρήσουμε μας είναι δεδομένο. Απ' αυτό το δεδομένο, το οποίο πρέπει να δεχτούμε όπως μας δίνεται, προέρχεται κάθε φυσική νομιμότη­τα, την οποία παρατηρούμε. Αυτό το πεδίο τα­λαντώσεων στο οποίο φτάσαμε με την έρευνά μας είναι το ζενίθ, το όριο, το οποίο μπορούμε να ανακαλύψουμε με την επιστημονική μας μέ­θοδο. Πέρα απ' αυτό σταματάει η δυνατότητα θεώρησής μας. Το ερώτημα τίθεται: Από πού προέρχονται αυτές οι ταλαντώσεις; Ως επιστή­μονας οφείλω να σημειώσω, πως το ερώτημα αυτό δεν βρίσκεται στο χώρο των Φυσικών Επι­στημών. Δεν μπορούμε να ξέρουμε τίποτα επι­πλέον γι' αυτό, γιατί κάθε δυνατότητα θεώρη­σης σταματάει εκεί. Μόνο εκεί μπορούμε να ρωτάμε επιστημονικά, όπου μπορούμε να κά­νουμε επιστημονική έρευνα. Αυτό το όριο στη γνώση μας είναι πιθανόν το εκπληκτικότερο που γνώρισε η φυσική έρευνα μέχρι τώρα.

Εάν κανείς θέλει να ρωτήσει και πέρα από το όριο αυτό, δηλαδή, τι μπορεί να είναι εκείνο που παράγει τις ταλαντώσεις αυτές, τις οποίες μπορούμε μεν να θεωρήσουμε αλλά όχι να εξη­γήσουμε, τότε υπάρχουν δυο δυνατές απαντή­σεις. Η μια είναι: Από το τίποτα. Κάθε άθεος ή μηδενιστής μπορεί να υποθέσει με βάση την επιστημονική γνώση, πως ο κόσμος έγινε από το τίποτα. Η άλλη: Από την αόρατη πραγματι­κότητα του Θεού. Όποιος πιστεύει, πως υπάρ­χει ένας Δημιουργός και πως ο Δημιουργός αυ­τός όχι μόνο δημιούργησε τον κόσμο, αλλά και τον διατηρεί, μπορεί να ολοκληρώσει την επι­στημονική γνώση ως εξής: Αυτές οι ταλαντώ­σεις είναι αποτύπωμα του Θεού, προέρχονται απ' Αυτόν και αποτελούν εδώ στο χώρο και στο χρόνο, τη δημιουργία Του.
Και οι δύο εξηγήσεις, του πιστού και του άπιστου, επιστημονικά, δεν μπορούν ούτε να δι­καιολογηθούν ούτε όμως να αμφισβητηθούν. Στηρίζονται σε μια εκλογή που γίνεται σ' ένα πεδίο που βρίσκεται πέρα από το πεδίο της επι­στημονικής γνώσης. Η σημερινή αντίληψη για τη Φύση μπορεί να ολοκληρωθεί τόσο με τη θεμελίωση στην ανυπαρξία, όσο και με τη θε­μελίωση στην αόρατη πραγματικότητα του Θεού.
Προσωπικά πιστεύω στη δεύτερη δυνατό­τητα και κάνω το τελικό αυτό βήμα, να αποδεί­ξω πως η πραγματικότητα των θαυμάτων δεν αντιφάσκει στην επιστημονική γνώση.
Η γνώση μας σχετικά με τη ύλη είναι: Η ύλη βασικά ισοδυναμεί με ενέργεια. Με άλλη διατύπωση: Η ύλη δεν είναι κάτι στατικό, η ύλη γίνεται. Εκεί η επιστημονική μας γνώση φτάνει στο όριο. Αλλά διαθέτουμε και άλλη πηγή γνώ­σης, πέρα από τη λογική. Αυτή τη ξέρει του­λάχιστον κάθε πιστός. Έχουμε κάποιο όργανο γνώσης μέσα μας, το οποίο, με την ίδια σιγου­ριά, όπως και ο επιστημονικός πειραματισμός στον υλικό κόσμο, μπορεί να μας βοηθήσει να γνωρίσουμε γεγονότα, τα οποία δέν βρίσκονται στον τομέα της επιστημονικής δραστηριότητας. Αν σ' αυτό το όργανο, που είναι έτσι κατασκευασμένο, ώστε να μας γνωρίζει την αλήθεια του Θεού, δεν δίνουμε σημασία και δεν το καλ­λιεργούμε, όπως τη σκέψη μας, αλλά το αφή­νουμε να μαραθεί, τότε δεν πρέπει να απορού­με, όταν δεν μας μεταφέρει γνώσεις. Το έχουμε μέσα μας. Πρέπει να το καλλιεργούμε. Για την εξέλιξη και την περιποίηση του οργάνου αυτού πρέπει μόνο να ανοίξουμε τον εαυτό μας στο Λόγο του Θεού. Εδώ μαθαίνουμε πως ο λόγος του Θεού είναι κάτι που γίνεται: «καί έγινε λό­γος Θεού» στον Ηλία, στον Ιεζεκιήλ και σε πολλούς προφήτες (Α' Βασ. ιζ' 2-8, Ιερ. α' 4, Ιεζ. α' 3). Τι παράξενη έκφραση που είναι αυτή! Η Βίβλος όμως από καιρό περιείχε τη γνώση για την πραγματικότητα, την οποία εμείς τώρα μόλις αρχίσαμε να κερδίζουμε με την επιστημο­νική εργασία. Πάντοτε την είχε: Ο Θεός λέγει να γίνει και γίνεται (Ψαλμ. λγ' 9). Ο λόγος του Θεού είναι εκείνος που δημιουργεί και δια του οποίου ενεργούνται τα πάντα.

Τώρα ας συγκρίνουμε τις δυο προτάσεις, την επιστημονική πρόταση: «η ύλη δεν είναι, η ύλη γίνεται» και τη βιβλική πρόταση: «ο λόγος του Θεού είναι αυτός που δημιουργεί τα πάντα, ο λόγος του Θεού είναι κάτι που γίνεται». Τότε μπορούμε χρησιμοποιώντας και τις δυο πηγές γνώσης, τη Βίβλο και την Επιστήμη, να κατα­λήξουμε στο εξής: Ο Θεός λέγει, ο λόγος Του γίνεται και παρουσιάζεται στον υλικό κόσμο σαν ταλάντωση, σαν στοιχειώδες σωματίδιο, σαν ύλη. Η εξήγηση του εδαφίου ότι ο λόγος είναι ο Υιός δεν ταιριάζει. Δεν είναι αυτό συμπέρα­σμα στο οποίο μόνο μέσω της πίστης μπορούμε να καταλήξουμε. Συμβαδίζει παράλληλα στις δυο αυτές πηγές της γνώσης και δεν παραβιά­ζει καμιά από τις δυο. Ο Λόγος του Θεού για μας έχει την ακατανόητη και ασύλληπτη αυτή ικανότητα να φανερώνεται σαν ενέργεια και να απλώνει το πεδίο ταλαντώσεων το οποίο επι­στημονικά μπορούμε να θεωρήσουμε.

Έτσι δεν είναι αυτονόητο, πως ο Θεός μπο­ρεί να κάνει θαύματα; Όταν ο Θεός θελήσει το λάδι στο δοχείο της χήρας από τα Σαρεπτά να μη σταματήσει να ρέει, τότε αυτό Του στοιχίζει μόνον ένα λόγο και τα σωματίδια, που αποτε­λούν το λάδι, έρχονται σε ύπαρξη και δεν επι­τρέπουν στο λάδι να σταματήσει να ρέει, όσο ο Θεός το θέλει. Έτσι και με την τροφοδότηση των 5.000. Όσο ο Ιησούς κόβει το ψωμί και ευ­χαριστεί, το ψωμί πολλαπλασιάζεται στα χέρια Του, επειδή ο Θεός θέλει να υπάρχει, ώστε στο τέλος, μέσα στα δώδεκα καλάθια είναι πιο πολύ «ύλη» απ' ό,τι ήταν στην αρχή. Το σύμπαν δεν είναι κλειστό σύστημα, αλλά ανοικτό στην κα­τεύθυνση του Θεού. Γι' αυτό στον λόγο Του μπορεί να δημιουργείται ή να απορροφάται εν­έργεια. Και τα υπόλοιπα θαύματα μπορεί κανείς να τα «εξηγήσει» με παρόμοιο τρόπο, δηλαδή σαν δυνατά με την πίστη. Στη μετατροπή του νερού σε κρασί στο γάμο της Κανά (Ιωάν. β' 1-11), μπορούμε να σκεφτούμε πως ο Θεός σε μια στιγμή μπορεί να ανακαλέσει τα σωματίδια που αποτελούν τα μόρια του νερού και να φέρει νέα σωματίδια στην ύπαρξη, αυτά που αποτελούν το κρασί. Έτσι όπως ο Θεός λέει: «Επιστρέψατε, υιοί των ανθρώπων» (Ψαλμ. 4' 3). Έτσι ανακαλεί κι εμάς, δηλαδή τα σωματίδια από τα οποία αποτελούμαστε, όταν θέλει να τελειώσει η ζωή μας. 'Ετσι κάλεσε και τον Λάζαρο στο θάνατο. Πώς λοιπόν θα είναιαδύνατο σ' Αυτόν μέσω της παράκλησης του Χριστού, να ξαναφέρει σε ύπαρξη τα σωματίδια που αποτελούν το σώμα εκείνου και να τους δώσει ξανά την προθεσμία για ζωή;
Δεν θέλω να ανοίξω συζήτηση πάνω σ' όλα τα θαύματα που μας περιγράφει η Βίβλος. Τα παραδείγματα που ανέφερα μέχρι τώρα είναι αρκετά. Τα θαύματα γύρω από το πρόσωπο του Χριστού από τη γέννησή Του ως την ανάστασή Του -όπως είπα και πριν- είναι ειδικής μορ­φής. Ανήκουν σε υψηλότερο επίπεδο. Πρέπει να τα θεωρήσει κανείς σαν μετασχηματισμό της δημιουργίας αυτής σε μια νέα δημιουργία. Κατά τη μαρτυρία της Αγίας Γραφής είναι ο Ιησούς ο πρώτος της νέας δημιουργίας (Α' Κορ. ιε' 20­-23, Εβρ. θ' 11). Γι' αυτό το λόγο κάθε συμβάν γύρω απ' το πρόσωπο του Χριστού, δεν ανήκει σ' αυτήν τη δημιουργία που βρίσκεται σε πτώ­ση, αλλά βρίσκεται πέρα από τη φυσική νομι­μότητα. Και το ότι ο Θεός δεν εγκαταλείπει αυτήν την εκπεσμένη δημιουργία, αλλά τη ξανα­τιμάει, αφήνοντας τον Ιησού να γεννηθεί από μια ανθρώπινη μητέρα και Τον μεταμορφώνει στη δόξα του Θεού, είναι παράδειγμα της μεγά­λης αγαθότητας του Θεού.

Σε ένα άλλο στοιχείο όμως πρέπει να παρα­μείνω. 'Εως εδώ πάντοτε έβαλα σαν προϋπόθε­ση ότι ο Θεός είναι Αυτός που κάνει τα θαύμα­τα. Η Βίβλος όμως μας μιλάει και για θαύματα που δεν προέρχονται από τον Θεό. ('Εξοδ. ζ' 11, Ματθ. κδ' 24, Πράξ. η' 9 κ.έ.). Και πρέπει να μά­θουμε από αυτό πώς και ο Σατανάς, ο διάβολος, ο άρχοντας του κόσμου αυτού κάνει και αυτός θαύματα (Β' Θεσ. β' 9). Γι' αυτά τα θαύματα επίσης ισχύουν και τα τέσσερα στοιχεία για τα οποία μίλησα πριν. Πρέπει να ξέρει κανείς πως και ο Σατανάς κάνει θαύματα και μάλιστα μέσω ανθρώπων που τον επικαλούνται. Μπορεί και θέλει κι αυτός να κάνει θαύματα. Πρέπει να τα θεωρήσει κανείς κι αυτά σαν αποκαλύψεις της δύναμής του και της δύναμης του σκότους. Και εκείνος ενεργεί με φυσικό τρόπο, με βάση τη φυσική τάξη. Και ο Σατανάς έχει τη δυνατότη­τα να επιδράσει στον υλικό κόσμο, προπάντων σε εμάς τους ανθρώπους, στη σκέψη μας. Η Βί­βλος δεν μας προειδοποιεί άδικα, να μην έχου­με επικοινωνία με προγνώστες των καιρών, οιωνοσκόπους, μάγους, ανταποκριτές δαιμονίων, τερατοσκόπους (Δευτ. ιη' 10-15). Κι επίσης μας προτρέπει να δοκιμάσουμε τα πνεύματα αν εί­ναι από Θεού (Α' Ιωάν. δ' 1).

Τα αναφέρω αυτά εμφαντικά, γιατί οι πιο πολλοί σήμερα πιστεύουν μάλλον στα θαύματα που κάνει ο Σατανάς, παρά σ' αυτά που κάνει ο Θεός. Αυτά που θεωρούμε σαν ακίνδυνες πρά­ξεις, Όπως τη μαγεία, πρόγνωση, πνευματισμό, ωροσκόπια, μαγικές θεραπείες κ.λ.π. είναι στην πραγματικότητα ενέργεια του Σατανά. Γιατί δεν δίνουμε τόση σημασία και στις ενέργειες του φωτός, όσο δίνουμε στις ενέργειες του σκό­τους; Όποιος βρίσκεται κάτω από την επίδραση του Σατανά, δεν ξεφεύγει εύκολα, αλλά βυθίζε­ται πιο βαθιά, εκτός αν επιτρέψει να τον ελευ­θερώσει ο Ένας, Αυτός που νίκησε τη δύναμη του σκότους: ο Ιησούς Χριστός.

Ζούμε σ' ένα καιρό, όπου ο Σατανάς κυ­ριαρχεί μέσω των άπιστων ανθρώπων (Εφεσ. β' 2), επειδή εξακολουθεί να εiναι ο άρχοντας του κόσμου τούτου. Αλλά ξέρουμε πως η κυριαρχία του έχει κάποιο τέλος, επειδή εiναι νικημένος. ξέρουμε ακόμα ότι σ' αυτόν τον κόσμο ο Ιη­σούς ενεργεi μέσω εκείνων που Τον εμπι­στεύονται. Αυτή η ενέργεια είναι ακόμα ασα­φής, η ενέργεια όμως του Σατανά είναι φανερή.

Ξέρουμε ότι ο Ιησούς διακήρυξε την κυ­ριαρχία Του και θα την αναλάβει φανερά, όταν έρθει η δική Του ώρα.

ΕΙΝΑΙ Ο ΜΩΥΣΗΣ Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΤΗΣ ΓΕΝΕΣΗΣ;

-Του Rusell Grigg-


Μια θανάσιμη υπόθεση συνεχίζει να διδάσκεται στους μελλοντικούς Χριστιανούς ηγέτες, η οποία αρνείται τον Μωυσή ως τον συγγραφέα της Γένεσης και βασίζεται σε αμφίβολα συμπεράσματα. Σχεδόν όλες οι Θεολογικές Σχολές, τα φιλελεύθερα Βιβλικά κολλέγια και σεμινάρια και δυστυχώς κάποια που ασπάζονται την συντηρητική ευαγγελική διδασκαλία, επιδοκιμάζουν την διδασκαλία της «θεωρίας των πηγών», η οποία είναι γνωστή επίσης ως ‘υπόθεση ΓΕΙΔ’.



ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΠΗΓΩΝ;

Αυτή είναι η φιλελεύθερη/κριτική άποψη που αρνείται ότι ο Μωυσής έγραψε την Πεντάτευχο (Γένεση ως Δευτερονόμιο). Διδάσκει πως κάποιοι ανώνυμοι συγγραφείς συνέθεσαν από προφορική παράδοση πολλών αιώνων τα πέντε βιβλία (μαζί με άλλα τμήματα της Παλαιάς Διαθήκης) έως και 900 χρόνια μετά τον Μωυσή (αν υπήρξε καν, σύμφωνα με τη θεωρία αυτή). Αυτοί οι υποθετικοί συγγραφείς προσδιορίζονται ως εξής:

· Γ (δηλώνει σύμφωνα με την θεωρία των πηγών τον Γιαχβιστή). Αυτός υποτίθεται ότι έζησε περίπου το 900-850 π.Χ. Αυτός/αυτή/αυτοί υποτίθεται ότι συγκέντρωσαν τους μύθους και τους θρύλους από τη Βαβυλώνα και τα γύρω έθνη και πρόσθεσαν σ’ αυτούς τις ιστορίες που λέγανε οι Εβραίοι , παράγοντας εκείνες τις περικοπές όπου τα εβραϊκά γράμματα ΓΧΒΧ (‘Γιαχβέ’ ή ‘Ιεχωβά’) χρησιμοποιούνται ως το όνομα του Θεού.

· Ε (δηλώνει τον Ελοχιμιστή) που υποτίθεται ότι έζησε το 750-700 π.Χ. στο βόρειο βασίλειο (Ισραήλ) και έγραψε εκείνες τις περικοπές στις οποίες χρησιμοποιείται η λέξη Ελοχίμ για τον Θεό.

· Δ υποτίθεται ότι έγραψε το μεγαλύτερο τμήμα του Δευτερονομίου, πιθανόν του βιβλίου που βρέθηκε στο ναό της Ιερουσαλήμ το 621 π.Χ. (Β’ Βασιλέων 22:8).

· Ι που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύει έναν Ιερέα (ή ιερείς) που έζησε κατά τη διάρκεια της εξορίας στη Βαβυλώνα και υποτίθεται ότι συνέθεσε έναν κώδικα αγιασμού για τον λαό.

· Διάφοροι συντάκτες R (από το Γερμανικό Redakteur) που υποτίθεται πως συνέρραψαν αυτές τις πηγές μαζί.



Η ιδέα μιας πολλαπλής συγγραφής της Πεντατεύχου προτάθηκε αρχικά το 1753 στο Παρίσι από τον Jean Astruc. Ωστόσο ο κύριος εκφραστής ήταν Julius Wellhausen (1844-1918) που «επανέκθεσε τη θεωρία των πηγών…με όρους της εξελικτικής ερμηνείας της ιστορίας, η οποία ήταν κυρίαρχη στους φιλοσοφικούς κύκλους εκείνη την εποχή»[1],[2].

Ισχυρίστηκε πως οι περικοπές της Παλαιάς Διαθήκης που έχουν να κάνουν με εκλεπτυσμένα δόγματα (ένας Θεός, οι Δέκα Εντολές, η σκηνή του Μαρτυρίου κλπ.) δεν είναι αλήθειες που αποκαλύφθηκαν από έναν ζωντανό Θεό, αλλά ιδέες που εξελίχθηκαν από πρωϊμότερα στάδια της θρησκευτικής σκέψης του ανθρώπου, συμπεριλαμβανομένου του πολυθεϊσμού, ανιμισμού, προγονολατρείας κλπ.[3] Γι’ αυτό και η «ανάγκη» να επινοηθούν οι μεταγενέστεροι συγγραφείς. Ένα από τα κυριότερα επιχειρήματα ήταν πως η γραφή ήταν άγνωστη την εποχή του Μωϋσή.

Έτσι η λεγόμενη «θεωρία των πηγών» υποσκάπτει την αυθεντικότητα των διηγήσεων της Γένεσης (Δημιουργία, Πτώση, Κατακλυσμός) καθώς και το σύνολο της πατριαρχικής ιστορίας του Ισραήλ. Προϋποθέτει πως το σύνολο της Παλαιάς Διαθήκης ήταν μια γιγάντια φιλολογική απάτη, και θέτει σε αμφισβήτηση όχι μόνο την ακεραιότητα του Μωυσή ως συγγραφέα, αλλά και την αξιοπιστία και τη θεότητα του Ιησού Χριστού (δες το σημείο 5 πιο κάτω). Δεν είναι να απορεί κανείς, γιατί οι κριτικοί των κειμένων την έχουν ασπαστεί με τόσο ενθουσιασμό!



ΗΤΑΝ Ο ΜΩΥΣΗΣ Γ, Ε, Δ, Ι Ή R;

Απάντηση: Τίποτε από τα παραπάνω. Ο Μωυσής ήταν και ο συγγραφέας και ο συντάκτης της Πεντατεύχου, και τα πέντε αυτά βιβλία τα συνέθεσε το 1400 π.Χ. περίπου, και όχι μεταγενέστερα από άγνωστους συγγραφείς κατά τον καιρό της Εξορίας. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως ο Μωυσής δεν χρησιμοποίησε άλλες γραπτές πηγές, τις οποίες είχε στη διάθεσή του, ή ότι έγραψε τα τελευταία λίγα εδάφια του Δευτερονομίου στο κεφάλαιο 34 που καταγράφουν τον θάνατό του. Η Ταλμουδική (Ραββινική Ιουδαϊκή) παράδοση αναφέρει πως αυτά προστέθηκαν αργότερα κάτω από θεϊκή εποπτεία και έμπνευση από τον Ιησού του Ναυή.

Δεν υπάρχει καμιά εξωτερική απόδειξη που να υποστηρίζει την θεωρία των πηγών (Γ,Ε,Δ,Ι ή R). Ποια ήταν τα ονόματα των υποτιθέμενων αυτών συγγραφέων; Τι άλλα κείμενα γράψανε αυτοί οι υποτιθέμενοι σοφοί της φιλολογίας; Η Ιστορία, μαζί η Εβραϊκή και η κοσμική, δεν γνωρίζει τίποτε σχετικά με αυτούς. Υπάρχουν μόνο στη γόνιμη φαντασία αυτών που επινόησαν αυτή την θεωρία.



ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΩΣΑΪΚΗ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΕΝΤΑΤΕΥΧΟΥ

Η απόδειξη ότι ο Μωυσής έγραψε τη Πεντάτευχο, η οποία συχνά αναφέρεται στην Γραφή ως ‘ο Νόμος’ (Εβραϊκά Τορά ), είναι συντριπτική:

1. Σε αντιδιαστολή με τις ιδέες του Wellhausen και άλλων, η αρχαιολογική έρευνα έχει αποδείξει ότι η γραφή ήταν αρκετά γνωστή την εποχή του Μωυσή. Η θεωρία των πηγών εσφαλμένα υποθέτει πως οι Ισραηλίτες έπρεπε να περιμένουν πολλούς αιώνες μετά την ίδρυση του έθνους τους, για να παρουσιάσουν την ιστορία τους και τους νόμους τους σε γραπτή μορφή, παρά το γεγονός ότι τα γειτονικά τους έθνη κρατούσαν γραπτές πηγές της ιστορίας τους και της θρησκείας τους πολύ πριν από την εποχή του Μωυσή.[4]

2. Ο συγγραφέας είναι προφανέστατα ένας αυτόπτης μάρτυρας της Εξόδου από την Αίγυπτο, εξοικειωμένος με τη γεωγραφία[5], την πανίδα και την χλωρίδα της περιοχής[6], χρησιμοποιεί αρκετές Αιγυπτιακές λέξεις[7], και αναφέρεται σε έθιμα και συνήθειες που χρονολογούνται περίπου το 2000 π.Χ.[8]

3. Η ίδια η Πεντάτευχος ισχυρίζεται σε πολλά σημεία της, πως ο Μωυσής ήταν ο συγγραφέας της , π.χ. Έξοδος 17:14, 24:4-7, 34: 27, Αριθμοί 33:2, Δευτερονόμιο 31:9,22,24.

4. Επίσης και αρκετές φορές στα υπόλοιπα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, έχουμε αναφορές στον Μωυσή ως συγγραφέα π.χ. Ιησούς του Ναυή 1:7-8, 8:32-34, Κριτές 3:4, Α’ Βασιλέων 2:3, Β’ Βασιλέων 14:6, 21:8, Β’ Χρονικών 25:4, Εσδρας 6:18, Νεεμίας 8:1,13:1, Δανιήλ 9:11-13.

5. Στη Καινή Διαθήκη, ο Ιησούς Χριστός συχνά αναφέρονταν στα γραπτά του Μωυσή ή τον Νόμο του Μωυσή π.χ. Ματθ. 8:4, 19:7-8, Μαρκ. 7:10, 12:26, Λουκ, 24:27,44, Ιωάν. 5:46-47, 7:19. Επίσης τόνισε συγκεκριμένα πως αυτοί που «δεν ακούν (δηλ. απορρίπτουν) τον Μωυσή», δεν θα πεισθούν «ούτε αν κάποιος αναστηθεί από τους νεκρούς» (Λουκ. 16:31). Έτσι βλέπουμε πως οι εκκλησίες και τα σεμινάρια που απορρίπτουν την ιστορικότητα των γραπτών του Μωυσή, επίσης απορρίπτουν την κατά γράμμα σωματική ανάσταση του Κυρίου Ιησού Χριστού.

6. Επιπρόσθετα και άλλοι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης δέχονται τον Μωυσή ως τον συγγραφέα της Πεντατεύχου π.χ. Ιωάν. 1:17, Πράξ. 6:14, 13:39, 15:5, Α’ Κορινθ. 9:9, Β’ Κορινθ.3:15, Εβραίους 10:28.



Μήπως αυτό σημαίνει πως ο Μωυσής έγραψε τη Γένεση χωρίς να αναφερθεί σε προηγούμενη πληροφορία; Όχι απαραίτητα. Η Γένεση περιλαμβάνει αφηγήσεις ιστορικών γεγονότων που έλαβαν χώρα πολύ πριν γεννηθεί ο Μωυσής. Ο Μωυσής είχε πιθανόν πρόσβαση σε πατριαρχικά γραπτά και/ ή σε αξιόπιστες προφορικές παραδόσεις αυτών των γεγονότων. Στην περίπτωση αυτή, τέτοια αρχεία θα μπορούσαν να διατηρηθούν σε γραπτή μορφή (πιθανόν σε πήλίνες πλάκες) και να παραδοθούν από πατέρα σε γιο μέσω της γενεαλογικής γραμμής του Αδάμ, του Σηθ, του Νώε, του Σημ, του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ κλπ.

Υπάρχουν 11 εδάφια στη Γένεση στα οποία αναφέρεται η φράση “τούτο είναι το βιβλίο της γενεαλογίας…” ή “αυτές είναι οι γενεές”. Η Εβραϊκή λέξη toledoth, μεταφράζεται ως «γενιές» ή σημαίνει «απαρχές», «ιστορία», ή ακόμη «οικογενειακή ιστορία», και κάθε ένα εδάφιο αναφέρεται πριν ή μετά από μια περιγραφή ιστορικών γεγονότων που περιλαμβάνουν το πρόσωπο που ονομάζεται[9]. Η πιο πιθανή εξήγηση είναι πως ο Αδάμ, ο Νώε, ο Σημ κλπ, ο καθένας έγραψε για γεγονότα που συνέβησαν στις μέρες του, και ο Μωυσής υπο την αλάνθαστη έμπνευση του Αγίου Πνεύματος, επέλεξε, και εξέδωσε τις αφηγήσεις αυτές, ώστε να παράγει τη Γένεση στη παρούσα συνεκτική της μορφή[10].

Στη Γένεση δεν βλέπουμε μια πρόοδο από την ειδωλολατρία στον μονοθεϊσμό, όπως απαιτεί η εξελικτική θεώρηση του Wellhausen. Αντίθετα, η Αγία Γραφή ξεκινά με μια αρχική αποκάλυψη από τον Θεό, η οποία αργότερα απορρίφθηκε μέχρι το σημείο όπου ο λαός Ισραήλ ο ίδιος ξέπεσε στην ειδωλολατρία και γι’ αυτό παραδόθηκε από τον Θεό στην αιχμαλωσία.



ΓΙΑΤΙ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ;

Ας το δούμε αυτό στη Γένεση, κεφάλαια 1 και 2. Η λέξη Ελοχίμ χρησιμοποιείται για τον Θεό 25 φορές στη Γένεση 1:1 ως 2:4α[11]. Η λέξη αυτή περιλαμβάνει την ιδέα ενός μεγαλειώδους και πιστού Όντος, με δημιουργική δύναμη και εξουσία, μεγαλειότητα και παντοδυναμία, το οποίο είναι υπεράνω του υλικού κόσμου που δημιούργησε. Είναι ένας υψηλός τίτλος (= «Θεός») και πρόκειται για την κατάλληλη λέξη που χρησιμοποίησε ο Μωυσής για να περιγράψει τις δημιουργικές δραστηριότητες του Θεού[12].

Στη Γένεση κεφ. 2 από το εδάφιο 4 οι Εβραίοι χρησιμοποιούν τα γράμματα ΓΧΒΧ για να αναφερθούν στον Θεό. Μερικές φορές μεταφράζεται ‘Ιεχωβά’, αλλά τις περισσότερες ως ‘Κύριος’, και είναι ο πιο συνήθης όρος που χρησιμοποιείται στη Παλαιά Διαθήκη (6823 φορές). Η λέξη σημαίνει «Αυτός που πάντοτε ήταν, είναι και θα είναι» και είναι το προσωπικό όνομα του Θεού. Κατά συνέπεια, χρησιμοποιείται στις προσωπικές Του σχέσεις και στις σχέσεις διαθήκης με τους ανθρώπους. Από τη Γένεση 2:4 ξεκινά η λεπτομερής περιγραφή πως ο Θεός δημιούργησε τον Αδάμ και την Εύα και την τοποθεσία που ετοίμασε για αυτούς[13]. Έπρεπε να ζουν και να εργάζονται τον κήπο, σε μια σχέση διαθήκης αγάπης με τον Θεό[14] και ο ένας με τον άλλον. Ήταν λοιπόν η πιο κατάλληλη λέξη, η λέξη ΓΧΒΧ, που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο Μωυσής για να γράψει αυτό το τμήμα της Γένεσης. Επίσης στη Γένεση 2, η λέξη ΓΧΒΧ συνδέεται με την λέξη Ελοχίμ και σχηματίζουν το σύνθετο όνομα ΓΧΒΧ-Ελοχίμ (=Κύριος ο Θεός). Αυτό ταυτίζει τον Θεό της διαθήκης ΓΧΒΧ ως τον ίδιο και τον αυτό με τον Ελοχίμ, τον παντοδύναμο Δημιουργό. Δεν υπάρχει καμιά λογική αιτία (συγκεκριμένα οποιαδήποτε βασισμένη στον όρο που χρησιμοποιείται για τον Θεό) για να αποδοθεί αυτή η αφήγηση σε οποιονδήποτε άλλο συγγραφέα ή συγγραφείς.

Οι ίδιες αρχές εφαρμόζονται στην υπόλοιπη Γένεση και σε ολόκληρη την Παλαιά Διαθήκη.

Η θεωρία των πηγών ΓΕΙΔ αντιφάσκει με τον εαυτό της, καθώς οι οπαδοί της προσπαθούν να σπάσουν εδάφια σε τμήματα και ακόμα να αποδώσουν μέρη των προτάσεων (τα οποία χρησιμοποιούν περισσότερα από έναν όρο για τον Θεό) σε διαφορετικούς συγγραφείς. Μια τέτοια τακτική θα ήταν μοναδική στη φιλολογία της αρχαίας Μέσης Ανατολής. Η ‘επιστημονική μέθοδος’ που χρησιμοποίησαν για να προωθήσουν την θεωρία των πηγών θα προκαλούσε τα γέλια στο δικαστήριο εάν εφαρμόζονταν σε οποιοδήποτε άλλο αρχαίο βιβλίο!



ΤΟ ΚΟΜΠΙΟΥΤΕΡ ΣΥΜΦΩΝΕΙ: Η ΓΕΝΕΣΗ ΕΙΧΕ ΜΟΝΟ ΕΝΑΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Το παρακάτω απόσπασμα προέρχεται απ’ το περιοδικό OMNI –Αύγουστος 1982:

‘Μετά την εισαγωγή 20.000 Εβραϊκών λέξεων της Γένεσης σε έναν Ηλεκτρονικό Υπολογιστή στο Πανεπιστήμιο του Ισραήλ Technion, οι ερευνητές βρήκαν πολλές προτάσεις που κατέληγαν σε ρήματα και πάρα πολλές λέξεις των 6 ή και περισσότερων χαρακτήρων. Επειδή αυτά εμφανίζονται κατ’ επανάληψη, λέει ο διευθυντής του προγράμματος, Yehuda Radday, φαίνεται πως μόνο ένας συγγραφέας ευθύνεται για την συγγραφή. Η διεξοδική ανάλυση με το κομπιούτερ που διεξήχθη στο Ισραήλ, εισηγείται μία πιθανότητα 82 % πως το βιβλίο έχει έναν συγγραφέα.’



ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Τελικά, ο συγγραφέας της Γένεσης ήταν ο Θεός, που εργάστηκε μέσω του Μωυσή. Αυτό δεν σημαίνει πως ο Θεός χρησιμοποίησε τον Μωυσή σαν ένα είδος ‘δακτυλογράφου’. Αντίθετα, τον προετοίμαζε για αυτό το έργο από την ημέρα που γεννήθηκε. Όταν ήρθε ο κατάλληλος καιρός, ο Μωυσής είχε όλα τα απαραίτητα στοιχεία στη διάθεσή του και καθοδηγήθηκε αλάνθαστα απ’ το Άγιο Πνεύμα ως προς το τι θα συμπεριλάμβανε και τι θα άφηνε έξω. Αυτό είναι συνεπές με την γνωστή ιστορία και με τις διακηρύξεις και τις αρχές της Αγίας Γραφής (Β’ Τιμόθεον 3:15-17, Β’ Πέτρου 1:20-21).

Από την άλλη μεριά, δεν υπάρχει καμιά ιστορική απόδειξη, αλλά ούτε καμιά πνευματική ή θεολογική βάση για την απατηλή θεωρία των πηγών ΓΕΙΔ. Η διδασκαλία της είναι εντελώς ψευδής, η ‘επιστημονική μέθοδος’ που προωθεί είναι ολοκληρωτικά κίβδηλη. Προωθούμενη από την θεωρία της εξέλιξης , υπάρχει αποκλειστικά και μόνο για να υπονομεύει την εξουσία του Λόγου του Θεού.


Μεταφράστηκε κατόπιν αδείας απ’το περιοδικό CREATION September-November 1998. Τίτλος πρωτότυπου: Did Moses really write Genesis?