Κυριακή, 27 Απριλίου 2008

To Άγιον Φως

Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ
Αναπληρωτή Καθηγητή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης


ΟΠΩΣ ΚΑΘΕ χρόνο, έτσι και φέτος ο Μακαριώτατος Πατριάρχης Ιεροσολύμων έλαβε και μετέδωσε στον λαό, και στον κόσμο ολόκληρο, το Άγιο Φως, θαυματουργικά από τον Πανάγιο Τάφο, το [μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου. Η υπερφυσική αυτή θαυματουργική παρουσία της Θείας Χάριτος επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο στην Αγία Πόλη της Ιερουσαλήμ, χαρίζοντας στους πιστούς μια ζωντανή ελπίδα στην χαρά της Αναστάσεως του Θεανθρώπου. Χιλιάδες προσκυνητές και εκατομμύρια ορθόδοξοι χριστιανοί, στην υφήλιο ολόκληρη, προσβλέπουν στο Άγιο Φως και την θαυματουργική αφή του, ενώ ο ελληνικός λαός έχει πολλά και διάφορα έθιμα σχετικά με το φως της Αναστάσεως, το μεταφέρει τελετουργικά στο σπίτι του, χρίει με την κάπνα του το ανώφλι της εισόδου, τοποθετεί ευλαβικά στο κέντρο του πασχαλινού εορταστικού τραπεζιού, για να φωτίζει όλη την οικογένεια πού συγκεντρώνεται γύρω του.

Κάθε φορά διάφορες αμφισβητήσεις και αντιλογίες για βασικές πίστεις και παραδοχές της θρησκείας μας εμφανίζονται την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Έχει γίνει, άλλωστε, αυτό ένα είδος μόδας, και είναι στοιχείο αναμενόμενο τέτοιες μεγάλες και σπουδαίες μέρες. Δεν «διέφυγε» από αυτά πέρσι ούτε και το Άγιον Φως: ακούστηκαν διάφορα δήθεν στοιχεία, αναμείχθηκαν πρόσωπα ανύπαρκτα ή με παραποιημένα στοιχεία -άκουσα για παράδειγμα να μιλούν για τον «πατριάρχη» Νικηφόρο Θεοτόκη- ανακαλύφθηκαν κατ' επίφαση άγνωστα ή κρυφά βιβλία κ.ο.κ. Η υπόθεση είχε, όπως προβλήθηκε από τα κανάλια και τα λοιπά ΜΜΕ όλα τα δεδομένα μιας καλοστημένης κινηματογραφικής παραγωγής: μυστήριο, κρυμμένες αλήθειες, απόκρυφα κείμενα, αλλά και ένταση λόγου και πάθος στην συζήτησή της.

Ορισμένοι θεατές σκανδαλίστηκαν, άλλοι θύμωσαν, άλλοι -οι περισσότεροι- διαισθητικά αντιλήφθηκαν περί τίνος πρόκειται και άλλαξαν κανάλι. Έμεινε μόνο ένα μεγάλο «γιατί»: γιατί ο χριστιανισμός, δύο χιλιάδες χρόνια μετά την σταυρική θυσία και την λαμπροφόρο Ανάσταση του Κυρίου μας, να αντιμετωπίζεται με τον τρόπο αυτό; Γιατί από ορισμένους να παραθεωρείται η προσφορά του στον κόσμο, πνευματική, κοινωνική και πολιτισμική; Γιατί να διαστρέφονται οι αλήθειες της πίστης μας; Και, σε τελική ανάλυση, γιατί να προσπαθεί ο άνθρωπος να ερμηνεύσει με την πεπερασμένη λογική του το άπειρο και το υπερφυσικό, και στην αναμενόμενη βέβαιη αποτυχία του να προσπαθεί, σχεδόν εκδικητικά, να βλάψει, να μειώσει ή και να εξαφανίσει την πίστη των άλλων;

Εκατομμύρια ανθρώπων έζησαν, δημιούργησαν και εκοιμήθησαν με την πίστη στο Θεό και με την ελπίδα να φωτιστούν από το φως της Αναστάσεως. Άλλοι τόσοι έθεσαν το φως του Ζωοδόχου Τάφου ως φάρο και πυξίδα στη ζωή τους, πορευόμενοι με τη βοήθεια και τον φωτισμό του «εν τω πελάγει των θλίψεων» της παρούσας ζωής. Και εκατομμύρια συνανθρώπων μας προσβλέπουν με ελπίδα, κάθε Μεγάλο Σάββατο, στον Πανάγιο Τάφο, που ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων προσευχόμενος πραγματοποιεί την αφή του Αγίου Φωτός. Προς τί η περιφρόνηση προς όλους αυτούς, προς τί η υπεροψία και η μάταιη επίδειξη γνώσεων; Προς τί τα πειράματα, όταν ομιλεί η εμπειρία όσων έζησαν και ζουν το θαύμα και διηγούνται τα θαυμάσια του Θεού, την εμφάνιση του Αγίου Φωτός με τρόπο πού ξεπερνά τα υλικά, γήινα και ανθρώπινα πράγματα;


Είναι στ' αλήθεια παράξενο πού ο άνθρωπος επιζητεί να αναγνωρίσει μόνο τον Θεό εκείνο πού θα μπορέσει να αναπαραγάγει πειραματικά. Είναι οπωσδήποτε φρικιαστικό το ότι αντί να ευχαριστούμε γονυπετείς τον Θεό για το θαύμα του επιζητούμε να το αναλύσουμε στο εργαστήριο, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε ότι προσλαμβάνουμε το θαύμα διαφορετικά, ανάλογα με την πνευματική μας κατάσταση. Και, βεβαίως, είναι πέρα από κάθε ανθρώπινη λογική το ότι, τούτων ούτως εχόντων, ο Θεός συνεχίζει, στην άπειρη αγάπη και στην αμέτρητη φιλανθρωπία Του, να μας παρέχει κάθε χρόνο το έλεος της ζωντανής θαυματουργικής του παρουσίας, το θαύμα του Αγίου Φωτός.


Την αλήθεια θα την βρούμε μέσα μας, όχι στο μυαλό, αλλά στην καρδιά μας. Θα την κατανοήσουμε μυστηριακά ζώντας μέσα στην Εκκλησία, συμμετέχοντας στα ιερά της μυστήρια, όντες σε διαρκή μετάνοια και εξομολόγηση, με ταπείνωση και προσευχή. Το θέαμα του επηρμένου άνθρωπου πού προσπαθεί να ταξινομήσει και να ερμηνεύσει τα θαύματα και τα μεγαλεία του Θεού με την ατελή φύση και λογική του, είναι όχι μόνον κωμικό, άλλα και απεχθές. Μόνον αν αφήσουμε με εμπιστοσύνη τον εαυτό μας στην πρόνοια και στην απέραντη Αγάπη του Θεού, μόνον επικαλούμενοι το έλεος και τον φωτισμό Του μπορούμε να αισθανθούμε να καταυγάζεται η ταπεινή μας ύπαρξη από το άκτιστο φως της Τρισηλίου Θεότητος, μπορούμε να βρεθούμε έξω από το Κενό Μνημείο, με τα μάτια της ψυχής μας, αισθανόμενοι το θείον φως της Αναστάσεως.


Ας κλείσουμε λοιπόν τα αφτιά μας σε όσους επιζητούν τον σκανδαλισμό και τον κλονισμό μας. Ας αφήσουμε την χαρά της Αναστάσεως -πού πειραματικά δεν προσδιορίζεται, ούτε αναπαράγεται να γεμίσει την ύπαρξή μας. Κι ας ευχηθούμε το Άγιον Φως, όπως κάθε χρόνο ζωηφόρο εκπηγάζει από τον Πανάγιο Τάφο, να φωτίσει και όσους φέτος άρθρωσαν λόγον αμφισβητήσεως ή ασεβείας,» ώστε να βρουν στη ζωή τους τον Ιησού Χριστό, την Ανάσταση, τη Ζωή και το Φως του Κόσμου, πού βοήθα τους ανθρώπους να μην περπατούν απελπισμένοι στο σκοτάδι αλλά να έχουν μέσα τους το ανέσπερο και ιλαρό φως της ζωής, αφού για τους ορθόδοξους χριστιανούς δεν υπάρχει η ανάγκη του θαύματος του Αγίου Φωτός για να αποδειχθεί η ύπαρξη του Θεού, αντιθέτως ο άνθρωπος έχει την ανάγκη του θαύματος, για να στηριχθεί με το έλεος και τους οικτιρμούς του Θεού.




ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2008

Τρίτη, 22 Απριλίου 2008

Δίκη Χριστού

ΣΤΙΣ ημέρες του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τιβέριου, έπαρχος της Ρώμης στην Ιουδαία ήταν ο Πόντιος Πιλάτος, και αρχιερέας στα Ιεροσόλυμα ο Καϊάφας. Τότε συνέβησαν στην ιερή αυτή πόλη τα συγκλονιστικά γεγονότα της θανατικής καταδίκης του Ιησού Χριστού, της Σταύρωσής Του, αλλά και το μέγιστο γεγονός της Ανάστασής Του, που άλλαξε τη ροή της ιστορίας του κόσμου.
Τα κύρια πρόσωπα, που έχουν συνδεθεί με το στυγερό έγκλημα της θανατικής καταδίκης του Θεανθρώπου είναι ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, μαθητής και προδότης του διδασκάλου του, ο μέγας αρχιερέας και πρόεδρος του Συνεδρίου Καϊάφας, ο πρώην αρχιερέας Άννας, που ασκούσε μεγάλη επιρροή στο ιερατείο και ήταν πεθερός του Καϊάφα και τέλος ο Ρωμαίος ηγεμόνας της Ιουδαίας Πόντιος Πιλάτος.
Ας δούμε, όμως, συνοπτικά τα συγκεκριμένα αυτά πρόσωπα, στον ένοχο ρόλο τους, που μαζί με τους αρχιερείς και πρεσβύτερους, τους γραμματείς και φαρισαίους, επεδίωκαν επίμονα τη θανατική καταδίκη του Χριστού.
Ιούδας ο Ισκαριώτης
Ήταν ο δωδέκατος μαθητής του Χριστού που εκλήθη στο αποστολικό αξίωμα και ανέλαβε τα καθήκοντα του διαχειριστή. Στους αποστολικούς καταλόγους μνημονεύεται πάντοτε τελευταίος και τον συνοδεύει ο ατιμωτικός χαρακτηρισμός του προδότη. Ο Κύριος, ως παντογνώστης, γνώριζε από την αρχή ότι αυτός θα τον κατέδιδε. Τον συμπεριελάμβανε εν τούτοις στους μαθητές Του, να ζήσει κοντά Του, να ακούσει τη διδασκαλία Του και να δει τα θαύματά Του. Δεν μπορούσε συνεπώς ο μελλοντικός προδότης Του να επικαλεσθεί άγνοια και να έχει ελαφρυντικά για την πράξη του. Με τους προσδιορισμούς, άλλωστε, «διάβολος» και «υιός της απωλείας» αναφερόταν ο Χριστός αόριστα στον Ιούδα.
Άτομο με αυξημένη φιλαργυρία στρέφεται με δολιότητα κατά του διδασκάλου Του. Για λίγα αργύρια περιφρονεί την αγάπη και τη στοργή του Χριστού και γίνεται σύμμαχος εκείνων που θέλουν τον θάνατό Του. Διαπραγματεύεται με μικρό οικονομικό αντάλλαγμα την παράδοσή Του στους αρχιερείς και στους πρεσβύτερους. Ζει και κινείται ως κατάσκοπος στον όμιλο των «δώδεκα». Συμμετέχει τυπικά ως τις τελευταίες ώρες σε όλες τις εκδηλώσεις. Είναι παρών στον Μυστικό Δείπνο και ακούει ατάραχος τον συγκλονιστικό λόγο του Κυρίου προς τους μαθητές Του που τους λέει ότι ένας απ' αυτούς θα είναι ο προδότης. Κι αυτός, που από καιρό μεθοδεύει την προδοσία, ψυχρός και αμίλητος, τρέχει προς «το δεινόν βουλευτήριον των ανόμων» που έχει αποφασίσει να θανατώσει τον Αναμάρτητον, επειδή δεν γινόταν όργανό τους. Περιφρονεί τον νόμο της φιλίας που δεν επιτρέπει αγνωμοσύνη και έχθρα προς εκείνους που μας αγαπούν. Δόλια και πονηρά τρέχει να παραδώσει Εκείνον που πριν λίγο έπλυνε τα πόδια του!
Η εκκλησιαστική υμνογραφία της Μ. Εβδομάδας καταγγέλλει τον Ιούδα με βαρύτατους χαρακτηρισμούς. Εικονίζει με μελανά χρώματα την κακοποιό δράση του, τη μιαρή συμπεριφορά του και σημειώνει ότι «κινείται, βουλεύεται, μελετά την παράδοσιν... συμφωνεί την πράσιν, πωλεί τον ατίμητον», αντί τριάκοντα αργυρίων! Και ενώ ο Χριστός με τους μαθητές Του βρίσκεται στον κήπο της Γεθσημανής και ζει στιγμές αγωνίας, ο προδότης καθοδηγεί τη σπείρα και τους υπηρέτες των αρχιερέων και φαρισαίων οι οποίοι «μετά φανών, λαμπάδων και όπλων», φτάνουν κοντά στον Χριστό. Εκεί ο Ιούδας υποδεικνύει με φίλημα τον διδάσκαλό του. «Ιούδας ο προδότης, δόλιος ων, δολίω φιλήματι παρέδωκε τον Σωτήρα Κύριον τον Δεσπότην των απάντων ως δούλον πέπρακε τοις παρανόμοις...», τονίζει ο υμνωδός της Εκκλησίας.
Όταν όμως βλέπει τις τραγικές συνέπειες του αμαρτήματός του κλονίζεται και απογοητευμένος επιστρέφει τα αργύρια, αναγνωρίζοντας ότι έχει διαπράξει έγκλημα. Δεν τρέχει όμως να ζητήσει συγγνώμη από το διδάσκαλό Του, που Τον εμπαίζουν και Τον βασανίζουν αλλά «απελθών απήγξατο», πήγε και κρεμάστηκε από τύψεις. Και ο υμνογράφος σημειώνει ότι η αγχόνη είναι η αμοιβή των πράξεών του: «Όθεν αγχόνην, αμοιβήν ώνπερ έδρα, ευρίσκει ο άθλιος και επώδυνον θάνατον».
Ο πρώην αρχιερέας Άννας
Ο Άννας, πρώην αρχιερέας των Ιουδαίων, ήταν το πρώτο πρόσωπο ενώπιον του οποίου οδηγήθηκε χειροδέσμιος ο Χριστός μετά τη σύλληψή Του στον κήπο της Γεθσημανής. Αυτός, εχθρός αμείλικτος του Χριστού, τον προανέκρινε προκειμένου να προετοιμάσει την καταδίκη Του. Άφησε μάλιστα έναν από τους υπηρέτες του να Τον χαστουκίσει. Είχε διατελέσει αρχιερέας το 6 ή 7 μ.Χ. αλλά απομακρύνθηκε από το αξίωμά του από τον Ρωμαίο επίτροπο Βαλέριο Γράτο, μολονότι ο Εβραϊκός νόμος τον ήθελε ισόβιο. Περιγράφεται από τους ιστορικούς ως «πλεονέκτης, θησαυριστής, δοξομανής, φίλαρχος, ραδιούργος και επιτήδειος». Κατάφερε να αναδείξει αρχιερείς και τα τέσσερα παιδιά του καθώς και τον γαμπρό του Καϊάφα.
Ο ευαγγελιστής Λουκάς τον θεωρεί αρχιερέα, ίσως διότι είχε μεγάλη επιρροή και πρωτεύοντα ρόλο σε κάθε ζήτημα. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ο Χριστός προσάγεται δεμένος πρώτα στον Άννα και έπειτα στον Καϊάφα. Διέθετε τρομερή δύναμη ως «νονός» του ιερατείου το οποίο εκμεταλλευόταν μονοπωλιακά τα πλούσια, αμύθητα έσοδα του Ναού των Ιεροσολύμων.
Ο Ιώσηπος αναφέρει ότι είχε όχι τέσσερα, αλλά πέντε παιδιά «και τούτους πάντας συνέβη αρχιερατεύσαι τω Θεώ...». Ήταν πάντα δραστήριος σε δολοπλοκίες και πρωταγωνίστησε με πάθος, για να πετύχει την καταδίκη του Χριστού. Όταν μάλιστα βρέθηκε μπροστά στον Πιλάτο όπου το πλήθος ζήτησε την απελευθέρωση του Βαραββά, και εκείνος ρώτησε τι να κάνει με τον Χριστό, βροντοφώναξε: «Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν». Είχε όμως και αυτός τραγικό τέλος. Όταν με απόφαση του αυτοκράτορα Τιβέριου οι ένοχοι του εγκλήματος της Σταύρωσης του Χριστού οδηγήθηκαν στη Ρώμη, τότε τον αρχιερέα Άννα τον τύλιξαν γυμνό σε δέρμα βοδιού και τον άφησαν στον «καυτερόν ήλιον όπου, ξηρανθέντος του δέρματος, λόγω της συστολής αυτού εύρε οικτρόν θάνατον...».
Ο μέγας αρχιερέας Καϊάφας
Ο Καϊάφας (ή Ιωσήφ), ήταν μέγας αρχιερέας των Ιουδαίων τον καιρό της Σταύρωσης του Χριστού και επεδίωξε με πείσμα να πετύχει την καταδίκη Του. Σαδδουκαίος στο δόγμα νυμφεύθηκε την κόρη του προκατόχου του Άννα. Προήδρευσε του παράνομου Συνεδρίου αρχιερέων και πρεσβυτέρων που συνεδρίασαν για να δικάσουν τον Χριστό και τελικά Τον έκριναν ένοχο θανάτου. Ήταν δουλοπρεπής, πιστό όργανο των Ρωμαίων, και γι' αυτό έμεινε πολλά χρόνια στο αξίωμά του. Όταν, όμως, μετά το έγκλημα κατά του Χριστού ενοχοποιήθηκε από τον αυτοκράτορα Τιβέριο ο Πιλάτος, τότε παύθηκε και αυτός.
Σύμφωνα με κρητική παράδοση, ενώ ο Καϊάφας μεταφερόταν στη Ρώμη μαζί με άλλους κατηγορούμενους, προκειμένου να δικαστεί για τον άδικο θάνατο του Ιησού, το καράβι ναυάγησε κοντά στις ακτές του νησιού και ο μέγας αρχιερέας κατάφερε να σωθεί βγαίνοντας στη στεριά. Ασθένησε έπειτα και σε λίγες μέρες πέθανε και ενταφιάστηκε. Δεν τον δέχτηκε όμως η γη, όπως λέει η παράδοση. Λέγεται, μάλιστα, ότι αυτό έγινε επτά φορές. Τον έθαβαν και η γη τον απέρριπτε. Τελικά, οι Κρητικοί τον κατέχωσαν με πέτρες και χώματα, με κατάρες και βλαστήμιες.
Ο τόπος της ταφής του, έξω από την Κνωσό ονομάστηκε από τότε «Μνήμα του Καϊάφα». Πρόκειται για παλιά παράδοση γραμμένη σε απόκρυφο βιβλίο που τιτλοφορείται «Τα πεπραγμένα τω Πιλάτω».
Ο Πόντιος Πιλάτος
Από τα κορυφαία πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στην καταδίκη του Χριστού είναι και ο Ρωμαίος επίτροπος της Ιουδαίας Πόντιος Πιλάτος. Εκείνος, με την υπογραφή του, επικύρωσε την απόφαση του σταυρικού θανάτου του Κυρίου. Το έπραξε μάλιστα αυτό μολονότι, όπως προκύπτει από τις διηγήσεις των ευαγγελιστών, είχε πεισθεί για την αθωότητά Του. Ο Πιλάτος, αποκαλούμενος «Πόντιος», πιθανόν λόγω του τόπου καταγωγής του, ήταν ο πέμπτος κατά σειράν επίτροπος μετά την καθαίρεση του προκατόχου του Αρχέλαου. Πληροφορίες σχετικές με αυτόν διέσωσαν, εκτός από την Κ. Διαθήκη, και οι ιστορικοί Ιώσηπος, Φίλων και Τάκιτος. Ο Ιώσηπος τον χαρακτηρίζει σκληρό ηγεμόνα, αλλά και αδιάφορο για την ηθική και το δίκαιο. Το όνομα του Πιλάτου συνδέεται άμεσα με τη δίκη του Χριστού στο Πραιτώριο και με την άδικη απόφασή του κατά του Χριστού που έχει καταγραφεί μάλιστα και στο Σύμβολο της Πίστεως, το «Πιστεύω» των Χριστιανών, που λέει: «Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου...».
Ο Χριστός οδηγήθηκε στον Πιλάτο μετά τη νυχτερινή παράνομη δίκη του από τον Καϊάφα διότι το Συνέδριο των Ιουδαίων δεν είχε δικαίωμα να τον καταδικάσει σε θάνατο χωρίς την έγκρισή του. Οι Ρωμαίοι είχαν παραχωρήσει βέβαια τέτοιο δικαίωμα, «ίνα θανατώσωσι χωρίς αδείας ηγεμόνος», με βάση τον δικό τους νόμο, γεγονός που συνέβη και με τον πρωτομάρτυρα Στέφανο, αλλά αυτό δεν ίσχυε σε «πολιτικά» και «εγκληματικά» κακουργήματα. Το κατηγορητήριο κατά του Χριστού, όπως ιστορεί και ο μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος, ανήκε στα πολιτικά: αιτίαν δε του Ιησού επαράστησαν, ότι είπεν εαυτόν βασιλέα, μηδεμίαν άλλην αιτίαν ευρόντες, διά τούτο είπαν τω Πιλάτω «ημίν ουκ έξεστιν ουδένα αποκτείναι» (Ιω. ιη' 31).
Σύμφωνα με τις διηγήσεις των Ευαγγελίων ο Πιλάτος παρουσιάζεται σαν να θέλει και να προσπαθεί να απαλλάξει τον Χριστό από τη θανατική καταδίκη. Ομολογεί, μάλιστα, μετά την ανάκρισή Του ότι δεν βρίσκει τίποτε επιλήψιμο εναντίον Του. Η επιμονή όμως των κατηγόρων του Ιησού Χριστού είναι ασφυκτική. Απορρίπτουν κάθε προσπάθειά του Πιλάτου να Τον απαλλάξει ακόμη και κατά τα καθιερωμένα με το δικαίωμα δηλαδή που είχε ως ηγεμόνας να ελευθερώνει, λόγω της γιορτής του Πάσχα, έναν κατάδικο. Γι' αυτό, όταν τους ρωτάει αν προτιμούν ν' αφήσει ελεύθερο τον Χριστό ή τον Βαραββά, εκείνοι επιλέγουν τον Βαραββά. Έπειτα, στο ερώτημά του τι να κάνει με τον Χριστό, κραυγάζουν: «Σταυρωθήτω!». Τον απειλούν μάλιστα ότι, αν δεν καταδικάσει εκείνον που παριστάνει τον βασιλέα, σημαίνει πως δεν είναι φίλος του καίσαρα!...
Ο Ματθαίος διηγείται το όνειρο της γυναίκας του Πιλάτου, Πρόκουλας ή Πρόκλης, η οποία το ερμήνευσε ως μήνυμα για την αθωότητα του Χριστού και γι' αυτό τρέχει στο Πραιτώριο να αποτρέψει τον σύζυγό της από οποιαδήποτε ένοχη πράξη εναντίον Του. Σύμφωνα, μάλιστα, με παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας η σύζυγος του Πιλάτου έγινε χριστιανή και η μνήμη της γιορτάζεται στις 27 Οκτωβρίου. Τελικά ο Πιλάτος παίρνει νερό και πλένει επιδεικτικά τα χέρια του μπροστά στον όχλο δηλώνοντας: «αθώος ειμί από του αίματος του δικαίου τούτου». Συγχρόνως, όμως, υποκύπτει στις πιέσεις των εχθρών του Χριστού και Τον παραδίδει σ' αυτούς για να Τον σταυρώσουν.
Η καταδικαστική απόφαση του Πιλάτου κατά του Ιησού Χριστού
Σε χειρόγραφο της Μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά, που μνημονεύει και ο Αθανάσιος Υψηλάντης στο περισπούδαστο έργο του «Τα μετά την Άλωσιν» (1453-1789), αναγράφεται ότι στην Ακυληία της Ιταλίας βρέθηκε γραπτό κείμενο της καταδικαστικής απόφασης του ηγεμόνα της Ιερουσαλήμ κατά του Ιησού. Σύμφωνα με την απόφαση, ο Χριστός, ύστερα από επίμονη απαίτηση του Ιουδαϊκού Συνεδρίου, καταδικάστηκε σε σταυρικό θάνατο. Στο κείμενο της απόφασης αναγράφονται στην αρχή στοιχεία που προσδιορίζουν τον χρόνο της έκδοσής της. Αναφέρεται έπειτα σε συγκεκριμένα ονόματα των κρατούντων τον καιρό εκείνο.
Το κείμενο της καταδικαστικής απόφασης εισέρχεται στο ουσιαστικό μέρος, που «κρίνει και καταψηφίζει» τον Χριστό «εις θάνατον». Τον χαρακτηρίζει ως επαναστάτη, ταραχοποιό, «άνθρωπον στασιώδη» εναντίον του μωσαϊκού νόμου και εναντίον του αυτοκράτορα Τιβέριου. Καθορίζει τη θανάτωσή Του διά σταυρώσεως με καρφιά. Δικαιολογεί την απόφαση αυτή με κατηγορίες κατά του Χριστού ότι τάχα προκαλούσε εξέγερση όχλου, πολλών πλουσίων και φτωχών στην Ιουδαία και κυρίως διότι εμφανιζόταν ως Υιός του Θεού και βασιλεύς του Ισραήλ. Επισημαίνει ακόμη, ως τόλμημα τη θριαμβευτική είσοδο και υποδοχή Του στα Ιεροσόλυμα, από πλήθος λαού, που τον επευφημεί ως άρχοντα νόμιμης εξουσίας. Δίνει επίσης εντολές για τη μαστίγωσή Του και τον εμπαιγμό Του, όπως να του φορέσουν πορφύρα, να τον στεφανώσουν με ακάνθινο στεφάνι και τέλος, να τον οδηγήσουν στον Γολγοθά προς τον οποίο θα πορεύεται κουβαλώντας ο ίδιος τον Σταυρό του μαρτυρικού θανάτου Του! Ας δούμε όμως πώς είναι διατυπωμένα όλα αυτά στην απόφαση του Ποντίου Πιλάτου:
[...] εν μηνί Μαρτίω ΚΓ' εγώ Πόντιος Πιλάτος, ο ηγεμών διά της βασιλείας των Ρωμαίων ένδοθεν του Πραιτωρίου της ηγεμονίας κρίνω και καταψηφίζω εις θάνατον Ιησούν τον λεγόμενον υπό του πλήθους Χριστόν Ναζωραίον και από πατρίδος Γαλιλαίας, άνθρωπον στασιώδη του νόμου του Μωσαϊκού, εναντίον του μεγαλοπρεπούς βασιλέως Τιβερίου καίσαρος. Καθορίζω και αποφασίζω διά τούτο, ότι ο θάνατος αυτού να είναι εις τον σταυρόν, όμως μετά των ήλων κατά το σύνηθες των υποδίκων, επεί συνηθροίσθη αυτός μετά πολυανθρώπων πλουσίων και πτωχών και ούτε έπαυσε συνέχειν θορύβους εν όλη τη Ιουδαία, ποιών εαυτόν Υιόν Θεού και βασιλέα του Ισραήλ, απειλών χαλασμόν της Ιερουσαλήμ και του Ιερού Ναού απαρνούμενος τον φόβον του καίσαρος, έχων έτι, τόλμην εισελθείν μετά βαΐων και θριάμβων μετά μέρους του πλήθους ώσπερ ρηξ εντός της πόλεως Ιερουσαλήμ, εις τον Ιερόν Ναόν όθεν ορίζομεν τον πρώτον τον ημέτερον εκατόνταρχον Κόιντον τον Κορνήλιον συνάγειν παρρησία εις την χώραν Ιερουσαλήμ δεδεμένον, μαστιγούμενον, ενδεδυμένον πορφύραν, εστεφανωμένον μετά ακανθίνου στεφάνου, βαστάζοντα τον ίδιον σταυρόν επί του ώμου, ίνα η παράδειγμα τοις πάσι κακοποιοίς, μεθ' ου βούλομαι συνάγεσθαι δύο ληστάς φονείς, και εξελθείν διά της πύλης Γκαπαρόλα, νυν δε Αντωνιάδα, συνάξει δε αυτόν τον Χριστόν παρρησία εις το όρος των κακούργων ονόματι Καλβάριον1, όθεν εσταυρωμένον και θανατωμένον κατά το σώμα αυτού εν τω σταυρώ εις κοινόν θέαμα πάντων των κακούργων και άνωθεν του σταυρού τεθήτω τίτλος γεγραμμένος τρισί γλώσσεσιν, Ελληνική, Ρωμαϊκή και Εβραϊστί, Ελληνιστί μεν «Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς Ιουδαίων», Ρωμαϊστί, «Γιέζους Ναζωραίους Ρεξ Γιουδεόρουμ» και Εβραϊστί «Γιεσονά Νογρή Μέλεγ-Γελουντίμ», ορίζομεν δε ότι ουδείς οστιούν τάξεως, ποιότητος τολμήση απερισκέπτως να εμποδίση την τοιαύτην δίκην υπ' εμού ωρισμένην και διοικημένην και επιτελουμένην μετά πάσης σεμνότητος κατά τα ψηφίσματα και νόμους των Ρωμαίων ως Εβραίος εις ποινήν αυτομολίας τής των Ρωμαίων Βασιλείας... Ακολουθούν τα ονόματα των μαρτύρων και του νομικού «της παρούσης ποινής διά των εγκλημάτων. Νομικός Μπετάν».
«Ήδη βάπτεται κάλαμος αποφάσεως...»
Προτού αναγνωσθεί το 12ο Ευαγγέλιο τη νύχτα της Μεγάλης Πέμπτης ψάλλεται ο ύμνος που αναφέρεται στην καταδικαστική απόφαση κατά του Ιησού και αξίζει να τον περιλάβουμε εδώ: Ήδη βάπτεται κάλαμος αποφάσεως παρά κριτών αδίκων, και Ιησούς δικάζεται και κατακρίνεται Σταυρώ και πάσχει η κτίσις εν Σταυρώ καθορώσα τον Κύριον. Αλλ' ο φύσει σώματος δι' εμέ πάσχων, αγαθέ, Κύριε, δόξασοι. Δηλαδή: - Ήδη ο κονδυλοφόρος βουτιέται στο μελάνι και γράφεται η απόφαση από άδικους δικαστές με την οποία ο Χριστός, καταδικάζεται στον διά Σταυρού θάνατο. Και η Δημιουργία πάσχει καθώς αντικρίζει τον Κύριο και Δημιουργό της στον Σταυρό. Αλλά δόξα ανήκει σ' Εσένα, αγαθέ Κύριε, που κατά την ανθρώπινη φύση Σου υφίστασαι παθήματα για τη σωτηρία μου...
Επιστολή του Πιλάτου στον αυτοκράτορα Τιβέριο
Ο Πόντιος Πιλάτος, μετά τα συγκλονιστικά γεγονότα που συνέβησαν στα Ιεροσόλυμα κατά τη δίκη του Χριστού και κυρίως όσα, θαυμαστά και τρομερά, επακολούθησαν μετά το «τετέλεσται» Εκείνου επί του Σταυρού, απευθύνει εμπεριστατωμένη επιστολή-αναφορά προς τον καίσαρα της Ρώμης Τιβέριο, στην οποία του εκθέτει όλα όσα είχαν συμβεί. Ομολογεί, μάλιστα, κυνικά ότι ο ίδιος διέταξε να σταυρωθεί ο Χριστός μολονότι ήταν βέβαιος για την αθωότητά Του!
Αναφέρεται ακολούθως στις ψεύτικες κατηγορίες κατά του Ιησού εκείνων που Τον οδήγησαν ενώπιόν του και σημειώνει ότι καίτοι δε πολλά κατ' Αυτού λέγοντες, ουκ ηδυνήθησαν όμως ευρείν τι βέβαιον έγκλημα κατ' Αυτού....
Εγώ διέταξα τη Σταύρωσή Του
Στην πραγματικότητα ο Ιησούς ήταν ευεργέτης του ιουδαϊκού λαού αφού αγαθοεργούσε, όπως βεβαιώνει και ο Πιλάτος, με «ιάσεις και θαύματα... των οποίων καγώ ειμί μάρτυς? τυφλούς, χωλούς, λεπρούς, παραλύτους και δαιμονιζομένους, εθεράπευε, μόνο τω λόγω νεκρούς ανίστα ως εξ ύπνου, και εν μιά τεταρταίον τινά2, ονόματι Λάζαρον, ανέστησε, λόγω μόνω καλέσας αυτόν κατ' όνομα..». Ομολογεί στη συνέχεια ο Πιλάτος ότι διαπίστωσε την αθωότητα του Χριστού αλλά υπέκυψε στις πιέσεις των κατηγόρων Του και διέταξε να σταυρωθεί.
Δριμύτατο «κατηγορώ» του Τιβέριου κατά του Ποντίου Πιλάτου
Όταν ο Τιβέριος πληροφορείται όλα αυτά τα παράνομα που είχαν συμβεί στα Ιεροσόλυμα ελέγχει δριμύτατα τον Πιλάτο. Τον χαρακτηρίζει ανάξιο, βέβηλο και πορωμένο «επειδή άδικον εψήφισε θάνατον κατά του Ιησού» και τον κατηγορεί ότι συντάχθηκε με τους εχθρούς Του από τους οποίους, όπως τονίζει, «έλαβε δώρα». Για τους λόγους αυτούς, λοιπόν, διατάζει να προσαχθεί ενώπιόν του δέσμιος για ν' απολογηθεί. Γράφει ότι είναι αποφασισμένος να απονείμει γρήγορα δικαιοσύνη. Επισημαίνει ακόμη ο Τιβέριος, ότι ο Πιλάτος ενήργησε αυθαίρετα, χωρίς να ζητήσει τη γνώμη του σ' ένα τόσο σοβαρό θέμα, αλλά τον ενημέρωσε εκ των υστέρων για τα τετελεσμένα...
Ο αυτοκράτορας, που είχε, όπως φαίνεται, και άλλες πληροφορίες για τις θαυματουργικές θεραπείες του Χριστού στην Ιουδαία, αγανακτεί για το έγκλημα της Σταύρωσής Του, διότι και αν ακόμη δεν τον πίστευαν ως Θεό θα μπορούσαν να Τον έχουν κρατήσει ζώντα ως γιατρό, θεραπευτή. Διατυπώνει τέλος ο Τιβέριος την κρίση του ότι Εκείνος δεν είναι μόνο Άνθρωπος αλλά και Θεός.
Το τέλος του Πιλάτου
Σχετικά με το τέλος της ζωής του Πόντιου Πιλάτου αναφέρονται διάφορες εκδοχές, χωρίς σαφείς ιστορικές μαρτυρίες, όλες όμως συμφωνούν ότι είχε οικτρό θάνατο. Σε μια από αυτές καταγράφεται ότι αφού με διαταγή του Τιβέριου, του αυτοαποκαλούμενου Δεσπότη ανίκητου και φοβερού, οδηγήθηκε δέσμιος στη Ρώμη, εκτελέστηκε εκεί από τον ίδιο τον καίσαρα.
Κατά τον Ευσέβιο («Εκκλησιαστική Ιστορία») εξορίστηκε στη Βιέννη της Γαλλίας όπου σε σύντομο χρονικό διάστημα αυτοκτόνησε και έτσι τιμωρήθηκε από τη θεία δίκη για την ενοχή του. Αλλού αναφέρεται ότι αφού τον σκότωσαν στη Ρώμη πέταξαν το πτώμα του στον Τίβερι όπου προκάλεσε πλημμύρες...
Ο μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος γράφει στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» του (Τόμος Α' εν Βιέννη 1783) τα εξής: Ο δε Βιτέλλιος λαβών την ηγεμονίαν της Συρίας, διορίζει επίτροπον της Ιουδαίας τον Μάρκελλον, τον δε Πιλάτον πέμπει εις Ρώμην, και τότε ην αποθαμένος ο Τιβέριος, του οποίου ο διάδοχος Γάιος Καλλιγόλας εξωρίζει τον Πιλάτον εις Βιένναν της Γαλλίας, όπου, εις τοσαύτας συμφοράς, λέγουσι, περιέπεσεν όπου απελπισμένος μόνος του εθανατώθη. Σημειώνει επίσης ότι από τον Βιτέλλιο παύθηκε και ο Καϊάφας του αρχιερατικού αξιώματος και αυτοκτόνησε: μόνος του εθανατώθη... καθώς λέγει Κλήμης ο Ρωμαίος. Έτι δε και Άννας ο πενθερός αυτού κακώς απωλέσθη, και ηύρεν η Θεία Δίκη τους παρανόμους, κατά τον Ιώσηπον και Νικηφόρον Κάλλιστον.
Σημειώσεις
1.Ο λόφος αυτός είναι ο Γολγοθάς, που ονομάστηκε και Κρανίου Τόπος, διότι ήταν εκεί διεσπαρμένα κρανία αποκεφαλιζομένων κακούργων. Καθώς δε αναφέρει ο μοναχός Επιφάνιος σε σύγγραμμά του περί Συρίας και Ιερουσαλήμ εκεί βρισκόταν και η κάρα του Αδάμ. Γι' αυτό και «κρανίου τόπος εκλήθη».
2.Σε μια περίπτωση κάποιον που είχε πεθάνει προ τετραημέρου, δηλαδή τον Λάζαρο, τον ανέστησε φωνάζοντας απλά το όνομά του...


---

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΑ ΑΠΟΚΡΥΦΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Είναι γνωστό ότι τα απόκρυφα κείμενα δεν περιλαμβάνονται στον κανόνα της Αγίας Γραφής. Από την άλλη οι πληροφορίες που δίνονται σε αυτά χρησιμοποιήθηκαν ως αφετηρία για τη θέσπιση γιορτών ή για να αποσαφηνιστούν λεπτομέρειες που δεν υπάρχουν στα ευαγγέλια και στα άλλα ιερά κείμενα, όπως για παράδειγμα τα ονόματα των τριών μάγων ή των δύο ληστών που σταυρώθηκαν μαζί με τον Κύριο.
Χαρακτηριστικές είναι οι πληροφορίες που περιέχονται στα απόκρυφα ευαγγέλια για το πάθος του Χριστού. Οι ερευνητές τα έχουν κατατάξει σε μία ειδική κατηγορία που ονομάζεται «Ευαγγέλια Πάθους, Καθόδου στον Άδη και Ανάστασης του Χριστού». Αυτά είναι το Ευαγγέλιο Πέτρου, Ευαγγέλιο Νικοδήμου, Πράξεις Πιλάτου, Ευαγγέλιο Βαρθολομαίου και Επιστολή των Αποστόλων.
Για το σημερινό σημείωμά μας θα αντλήσουμε υλικό από τα κείμενα στα οποία πρωταγωνιστεί ο ρωμαίος διοικητής της Ιουδαίας, ο Πόντιος Πιλάτος, που ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων του Πάθους. Αυτά περιλαμβάνουν αλληλογραφία του ρωμαίου επιτρόπου με τον Ηρώδη Αντίπα, τον τετράρχη της Γαλιλαίας, και με τους αυτοκράτορες Κλάυδιο και Τιβέριο, μία αναφορά του Πιλάτου για τα γεγονότα του Πάθους, καθώς και την ανάκριση του Πιλάτου από τον αυτοκράτορα, την καταδίκη του, μία διήγηση για το θάνατό του και μία αφήγηση του Ιωσήφ του από Αριμαθαίας για το Πάθος. Εννοείται ότι τα παραπάνω κείμενα είναι ψευδεπίγραφα και έχουν γραφτεί πολύ αργότερα, μάλλον κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα.
Στην επιστολή που στέλνει στον Ηρώδη αφού τονίζεται η παρουσία του Ιησού στη Γαλιλαία, μετά την ανάσταση, σε περισσότερους από πεντακοσίους ανθρώπους, στη συνέχεια η σύζυγος του Πιλάτου, που ονομάζεται στο κείμενο Πρόκλα , αφού παίρνει μαζί της στρατιώτες, που ήταν παρόντες στην Ανάσταση, πηγαίνουν και βρίσκουν τον Ιησού, που διδάσκει. Στο τέλος ο Ιησούς λέει στον Πιλάτο πως θα τον ευγνωμονούν οι γενιές, μιας και στις μέρες του συνέβησαν τα γεγονότα του Πάθους.
Στην επιστολή που υποτίθεται ότι ο Πιλάτος στέλνει στον Κλαύδιο, ο επίτροπος περιγράφει τι έχει κάνει όταν του έφεραν εμπρός του το Χριστό, ενώ δε διστάζει να τονίσει ότι οι στρατιώτες που φύλαγαν τον τάφο του Ιησού τον είδαν αναστημένο.
Η επιστολή που στέλνει στον Τιβέριο αποτελεί την απολογία του Πιλάτου, για τη συμμετοχή του στη σταύρωση του Ιησού, ενώ τον ίδιο σκοπό φαίνεται να εξυπηρετεί και η αναφορά του στον αυτοκράτορα, στην οποία γίνεται και σύγκριση του Χριστού με τους θεούς των Ρωμαίων. Φυσικά παρόμοιους σκοπούς εξυπηρετούν και τα υπόλοιπα κείμενα του κύκλου.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αφήγηση του Ιωσήφ για τα γεγονότα. Στην αρχή περιγράφεται η πολιτεία των δύο ληστών που σταυρώθηκαν με το Χριστό, ενώ δίνονται και τα ονόματά τους, Γέστας και Δημάς. Στη συνέχεια γίνεται λόγος για το σχέδιο της σύλληψης του Ιησού και τη δίκη του από τους Ιουδαίους. Αφού ο Κύριος σταυρώνεται από τον Πιλάτο, με λεπτομέρειες παρουσιάζεται ο διάλογος που κάνει με τους δύο ληστές στο σταυρό. Τέλος η αφήγηση κλείνει με την ανάσταση του Κυρίου και την εμφάνισή του μαζί με το ληστή που πίστεψε σε αυτόν, εμπρός στον Ιωσήφ.
Όλες οι παραπάνω διηγήσεις των πράξεων του Πιλάτου ήταν πολύ δημοφιλείς κατά το Μεσαίωνα και διαβάζονταν ανελλιπώς. Αν και ήταν δύσκολο να εξαχθούν από αυτές κάποια πραγματικά στοιχεία για τα γεγονότα του Πάθους, εντούτοις προσεγγίζονταν με σεβασμό και ευλάβεια. Και δεν είναι τυχαίο ότι χρησιμοποιήθηκαν από την αιθιοπική εκκλησία στην προσπάθειά της να ανακηρύξει άγιο το ρωμαίο επίτροπο, πράγμα που τελικά έγινε.


Η εύρεση του απόκρυφου κειμένου που ονομάστηκε ευαγγέλιο του Πέτρου είναι πράγματι συναρπαστική. Βρέθηκε το χειμώνα του 1886 στην Akhmim της Αιγύπτου στον τάφο ενός μοναχού, μαζί με άλλα δύο κείμενα. Μεταξύ των ερευνητών υπήρξαν πολλές αντιτιθέμενες απόψεις γι’ αυτό, και έτσι οι σχετικές εργασίες που είδαν το φως της δημοσιότητας για την ερμηνεία του, είναι πάρα πολλές.
Είναι πιθανό να γράφτηκε στο πρώτο μισό του δεύτερου αι. μ. Χ. στη Μικρά Ασία, ενώ ο συγγραφέας του φαίνεται να γνώριζε καλά τα κανονικά ευαγγέλια.
Στην αρχή της διήγησης ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία καταλαβαίνει ότι πρόκειται να σταυρώσουν τον Κύριο, και ζητάει το σώμα του για να το ενταφιάσει. Στη συνέχεια περιγράφεται το Πάθος: Φορούν τον κόκκινο μανδύα στον Ιησού και τον βάζουν να καθίσει σε δικαστικό θρόνο, ενώ τον πειράζουν λέγοντάς του να κρίνει το λαό. Τον χτυπούν, τον φτύνουν τον μαστιγώνουν λέγοντας: « Ταύτη τη τιμη τιμήσωμεν τον υιόν του Θεού»
Σταυρώνουν μαζί του δύο κακούργους και πάνω στο σταυρό τοποθετούν την επιγραφή «ούτος έστιν ο βασιλεύς του Ισραήλ». Το μεσημέρι της σταύρωσης έπεσε σκοτάδι σε όλη την Ιουδαία. Αγωνιούσαν τότε οι παρευρισκόμενοι για να μη δύσει ο ήλιος. Δίνουν στο Ιησού να πιει ξύδι και αρκετοί άνθρωποι κυκλοφορούσαν με λυχνάρια σαν να ήταν νύχτα. Ο Κύριος τότε κραύγασε «Η δύναμίς μου, η δύναμις, κατέλειψάς με».
Βγάζουν τότε τα καρφιά από τα χέρια του και τον βάζουν στη γη. Και αυτή σείστηκε και όλοι φοβήθηκαν. Βγήκε κατόπιν ο ήλιος, οι Ιουδαίοι χάρηκαν, ενώ οι στρατιώτες έδωσαν το σώμα του Χριστού στον Ιωσήφ.
Ο λαός τότε αναλογίστηκε το κακό που έκανε και άρχισε να θρηνεί. Μόλις το είδαν αυτό τα μέλη του Συνεδρίου ζήτησαν από τον Πιλάτο στρατό για φρουρά του τάφου και τον σφραγίζουν με εφτά σφραγίσματα.
Πολλοί πήγαν να δουν τον τάφο. Καθώς ξημέρωνε η Κυριακή ακούστηκε δυνατή φωνή από τον ουρανό, που άνοιξε, και δύο άντρες κατέβηκαν και άνοιξαν το μνημείο. Βγήκαν από αυτό με το Χριστό, ενώ τους ακολουθούσε ένας σταυρός.
Την Κυριακή η Μαρία η Μαγδαληνή με άλλες γυναίκες ήρθαν στον τάφο. Τον είδαν ανοιχτό και μέσα του ένας νέος τους πληροφόρησε για την Ανάσταση.
Η διήγηση τελειώνει βρίσκοντας τους μαθητές στην Ιερουσαλήμ να κλαίνε και να είναι θλιμμένοι.
Όπως αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης του απόκρυφου ευαγγελίου του Πέτρου, πρόκειται για κείμενο που δανείζεται πολλά στοιχεία από τα κανονικά ευαγγέλια και τα χρησιμοποιεί με τον τρόπο που θέλει ο συγγραφέας του, ο οποίος δείχνει να επανερμηνεύει τα γεγονότα του Πάθους. Χαρακτηριστικό του στοιχείο είναι τα πολλά λαϊκά στοιχεία που υπάρχουν στο κείμενο, γεγονός που επιτρέπει την υπόθεση πως θα ήταν αρκετά δημοφιλές ανάγνωσμα και θα κυκλοφορούσε ευρέως ανάμεσα στις μάζες.
Οι μαθητές δε φαίνεται να έχουν σημαντικό ρόλο. Κρύβονταν, γιατί καταζητούνταν από τις αρχές που πίστευαν ότι ήθελαν να βάλουν φωτιά στο Ναό. Στο τέλος ο συγγραφέας βάζει τον Πέτρο και τον αδελφό του Ανδρέα να πηγαίνουν να ρίξουν τα δίχτυα τους στη λίμνη μαζί με το Λευί, το γιο του Αλφαίου.


Το απόκρυφο ευαγγέλιο του Νικόδημου, με το οποίο θα ασχοληθούμε στο σημερινό μας σημείωμα, είναι πράγματι ένα σύνθετο κείμενο. Αποδίδεται στο επιφανές μέλος του Μεγάλου Συνεδρίου, Νικόδημο, που ήταν κρυφός μαθητής του Ιησού και είχε φροντίσει μαζί με τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία να πάρουν το σώμα του Κυρίου και να το θάψουν .
Στην ουσία, όπως δέχεται η πλειοψηφία των ερευνητών του έργου, είναι δημιούργημα πολλών πιστών, που ο καθένας πρόσθεσε τη δική του συμβολή για να αποκτήσει αυτό την τελική μορφή του με την οποία μας έχει σήμερα παραδοθεί.
Το ευαγγέλιο του Νικόδημου αρχίζει με τη δίκη του Ιησού από τον Πιλάτο. Οι Ιουδαίοι, εκτός από τις γνωστές κατηγορίες εναντίον του, του αποδίδουν και την κατηγορία της μαγείας. Με πολλές λεπτομέρειες περιγράφεται η κάθοδος του Χριστού στον Άδη και η εμφάνιση Του μετά την ανάσταση στον Ιωσήφ από την Αριμαθαία.
Πιο αναλυτικά, στο πρώτο μέρος υπάρχουν τα πρακτικά της δίκης του Χριστού, όπως τα έχει διασώσει ο Νικόδημος. Αρχικά οι αρχιερείς κατηγορούν τον Ιησού, ενώπιον του Πιλάτου. Η κυριότερη κατηγορία είναι για μαγεία, μιας και έχει γιατρέψει αρρώστους και την ημέρα της αργίας του Σαββάτου. Ο Πιλάτος διατάζει τότε τον αγγελιοφόρο του να φέρει το Χριστό. Αυτός μόλις βλέπει τον Κύριο απλώνει κάτω τη χλαμύδα του για να πατήσει και τον προσκυνάει. Σε ερώτηση του επιτρόπου για την πράξη του, απαντάει πως προσκύνησε το βασιλιά των Ιουδαίων.
Όταν ο Χριστός μπαίνει στο Πραιτώριο οι εικόνες των αυτοκρατόρων έπεσαν και τον προσκύνησαν. Η γυναίκα του Πιλάτου στέλνει μήνυμα να μην του κάνει κακό. Οι αρχιερείς όμως είναι ανένδοτοι και επιμένουν να γίνει η δίκη. Αν και ο Πιλάτος δε βρίσκει εναντίον του κατηγορία, αναγκάζεται να τον οδηγήσει στο σταυρό, παρά την επέμβαση του Νικόδημου και τις μαρτυρίες αυτών που είχαν ευεργετηθεί από τον Κύριο.
Μαζί με το Χριστό σταυρώνονται και οι δύο ληστές, ο Γέστας και ο Δυσμάς. Παρέδωσε το πνεύμα του στις δώδεκα το μεσημέρι και την ίδια ώρα σκοτάδι έπεσε στη γη.
Ο Νικόδημος παίρνει το σώμα του Κυρίου, και γι’ αυτό φυλακίζεται από το Μεγάλο Συνέδριο, ενώ στη συνέχεια της διήγησης στρατιώτες που φύλαγαν τον τάφο διηγούνται τα σχετικά με την ανάσταση γεγονότα. Ο Νικόδημος κατόπιν επισκέπτεται στη φυλακή τον Ιωσήφ, και αυτός του διηγείται τη συνάντησή που είχε με τον αναστημένο Ιησού.
Εδώ τελειώνει το πρώτο μέρος του ευαγγελίου του Νικόδημου. Στο δεύτερο περιγράφεται η κάθοδος του Ιησού στον Άδη από το δίκαιο Συμεών που αναστήθηκε και από τους δύο γιούς του. Μόλις λοιπόν ο Χριστός κατέβηκε στον Άδη, όλος ο σκοτεινός τόπος έλαμψε, πράγμα που γέμισε μεγάλη χαρά τους δίκαιους που βρισκόταν εκεί. Ο Άδης παραδέχτηκε την ήττα του από το βασιλιά της δόξης.
Ο Χριστός έπιασε τον προπάτορα Αδάμ και τον σήκωσε. Τον ευλόγησε στο μέτωπο και το ίδιο έκανε και με τους πατριάρχες του λαού του Θεού, τους προφήτες, τους μάρτυρες και τους προπάτορες. Κατόπιν τους πήρε μαζί του, ενώ στον παράδεισο βρέθηκε και ο μετανοημένος ληστής.
Το ευαγγέλιο του Νικόδημου, όπως αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, είναι μία πολύ δυνατή διήγηση, αγαπητή στους πιστούς. Οι λεπτομέρειες που έχει είναι εντυπωσιακές, το ύφος του μεγαλοπρεπές και ποιητικό. Πρόκειται πράγματι για ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο που ενέπνευσε και την υμνογραφία και τη ζωγραφική της εκκλησίας, ενώ οι εργασίες των ερευνητών γι’ αυτό συνεχώς αυξάνονται.


Του Νίκου Παύλου

Τι λένε τα απόκρυφα ευαγγέλια για τον Ιούδα τον Ισκαριώτη

Είναι πλέον αποδεδειγμένο και ισχύει για κάθε εποχή εδώ και αιώνες πως όποιος βρίσει τον Χριστό αποκτά πλούτη και μεγάλα κοσμικά αξιώματα. Γιατί είναι αλήθεια πως ο συγγραφέας του Κώδικα Ντα Βίντσι, διάφορες πολιτικές προσωπικότητες κρατών ακόμη και της χώρας μας αλλά και χιλιάδες «πνευματικοί» αγύρτες της παγκόσμιας σκηνής έχουν καταφέρει να πλουτίσουν εκμεταλλευόμενοι την περιέργεια των ανθρώπων και την ροπή προς τη σκανδαλοθηρία αλλά και την άγνοια περί του Ιησού Χριστού. Πρόκειται στην ουσία για τις μεθόδους κύκλων της ανομίας που κύριο στόχο και σκοπό έχουν να απομακρύνουν ακόμη περαιτέρω τον άνθρωπο από τον Θεό να σπείρουν και να ενισχύσουν την αμφιβολία και την αμφισβήτηση προς την Εκκλησία, καλλιεργώντας και επαναφέροντας μυθεύματα και φαντασιώσεις που κυκλοφορούσαν τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες από ανάλογους κύκλους και αποσκοπούσαν να αποδυναμώσουν τις κατά τόπους χριστιανικές κοινότητες.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δύναται να συμπεριληφθεί και το περιβόητο ευαγγέλιο του Ιούδα, μια αναμασημένη ανοησία για την οποία έχει γράψει αναλυτικά ο γνωστός ιστορικός των πρώτων χρόνων μ.Χ. Ειρηναίος. Από τότε αποκαλύπτει το περιεχόμενο αυτής της ανοησίας και το σκοτεινό στόχο που εξυπηρετούσε. Υπήρχαν και άλλα τέτοια απόκρυφα λεγόμενα κείμενα που υποκινούνταν κυρίως από Ιουδαίους πιστούς στο Μωσαϊκό Νόμο και γνωστικιστές της εποχής και αποσκοπούσαν στην αλλοίωση της διδασκαλίας του Χριστού και στον κλονισμό των συνειδήσεων των πρώτων χριστιανών. Μετά βδελυγμίας ωστόσο απορρίπτονταν γιατί η πίστη της συντριπτικής πλειονότητας των πρώτων χριστιανών έμοιαζε με κάστρο απόρθητο στα κτυπήματα του Διαβόλου και των επί γης οπαδών του.
Αξίζουν λοιπόν να κατατεθούν ανάλογες περιγραφές άλλων δύο λεγομένων απόκρυφων ευαγγελίων του Ιωσήφ του απ’ Αριμαθαίας και του Νικοδήμου για να κατανοήσει κανείς το ποιόν και το χαρακτήρα των φαντασιόπληκτων συγγραφέων τους! Στο λεγόμενο απόκρυφο ευαγγέλιο του Ιωσήφ του απ’ Αριμαθαίας επιχειρείται να ερμηνευθεί η προδοσία του Ιούδα του Ισκαριώτη. Γράφεται λοιπόν πως ο Ιούδας ο Ισκαριώτης ήταν γιος του αδελφού του Αρχιερέα Καϊάφα, δηλαδή ανιψιός του και είχε αναλάβει έναντι ενός δίδραχμου χρυσού που ελάμβανε ημερησίως να παρακολουθεί από κοντά τη δραστηριότητα του Ιησού. Είχε γίνει μάλιστα ο Ιούδας ο Ισκαριώτης μαθητής του Ιησού κατ’ απαίτηση του πλήθους των Ιουδαίων και όχι με προσωπική επιλογή. Κατά τις ημέρες του Πάσχα, αναφέρει η συγκεκριμένη αφήγηση ο εκ δεξιών ληστής ομόματι Δημάς είχε συλήσει το ναό του Σολομώντα στην Ιερουσαλήμ κλέπτοντας το νόμο, τον οποίο είχε αναλάβει να φυλάττει η κόρη του Καϊάφα, που ονομαζόταν Σάρα. Μάλιστα προκειμένου ο ληστής Δημάς να ξεφύγει αφαίρεσε τα ρούχα της Σάρας και την εγκατέλειψε στο ναό γυμνή! Οι Ιουδαίοι μαθαίνοντας για την κλοπή κατηγόρησαν ευθέως την κόρη του Καϊάφα και απαιτούσαν την παραδειγματική τιμωρία της. Τότε ο Ιούδας ο Ισκαριώτης πρότεινε στο θείο του Καϊάφα να παραδώσει τον Ιησού κατηγορώντας ότι αυτός σύλησε το ναό και γύμνωσε την κόρη του για να γλιτώσει η εξαδέλφη του. Εκείνος δέχθηκε και η Σάρα επιβεβαίωσε ότι ο Χριστός ήταν ο κλέπτης του νόμου. Αυτά αναφέρει το λεγόμενο απόκρυφο ευαγγέλιο ή γνωστό ως αφήγηση του Ιωσήφ του απ’ Αριμαθαίας.
Το φερόμενο ως ευαγγέλιο του Νικοδήμου στην διήγηση του περί του Ιούδα αναφέρεται σε ένα διάλογο που διαδραματίστηκε με την γυναίκα του, ο οποίος διάλογος αποτέλεσε και την αιτία που τον οδήγησε στον απαγχονισμό. Αμέσως μετά την προδοσία του Χριστού, όπως γράφεται ο Ιούδας μετέβη στο σπίτι του και τρομοκρατημένος είπε στη γυναίκα του πως ο Χριστός επρόκειτο να αναστηθεί σε τρεις ημέρες και τότε αλίμονό του που τον πρόδωσε. Η γυναίκα του που τον άκουγε ενώ ταυτόχρονα μαγείρευε ένα κόκορα του απάντησε: «Όσο είναι δυνατόν λατρευτέ μου σύζυγε να λαλήσει ο κόκορας που μαγειρεύω άλλο τόσο είναι δυνατή και η Ανάσταση του Χριστού». Δεν πρόλαβε όμως να τελειώσει τη φράση της και ο κόκορας βγήκε από την κατσαρόλα λάλησε τρεις φορές και κατόπιν πέταξε έξω από το σπίτι! Βλέποντας ο Ιούδας ο Ισκαριώτης το θαύμα τούτο φοβήθηκε και πήγε αμέσως και κρεμάστηκε!!!
Στα ανωτέρω αντίστοιχα άστοχα και ανόητα μυθιστορήματα οφείλουμε να συμπεριλάβουμε και το ευαγγέλιο του Ιούδα, το οποίο αποσκοπεί στον πλουτισμό αυτών που επί τριάντα και πλέον χρόνια εργάστηκαν για να συνδέσουν τα κομμάτια του και στη συνέχεια να τα εκδώσουν για να αμειφθούν για την πολύχρονη κοπιαστική εργασία τους… Αυτός άλλωστε ο στόχος ερμηνεύει και την παγκόσμια διαφήμιση και προβολή του!
Ο κ. Ιωάννης Παλαιτσάκης, γνωστός συγγραφέας και νομικός που ασχολείται επί σειρά ετών με τα θέματα αυτά παρουσίασε στo «AKTE» τον τρόπο που λειτουργούσαν αυτά εκείνη την εποχή με ένα χαρακτηριστικό σύγχρονο παράδειγμα. «Φανταστείτε ένα ιστορικό μετά από διακόσια χρόνια να αναφέρει πως ο δικτάτορας Γιώργος Παπαδόπουλος προχώρησε στη δικτατορία έπειτα από συνεννόηση που είχε συνάψει με τους Παπανδρέου και Κανελλόπουλο αλλά και με τη Μόσχα και που αποσκοπούσε σε δύο στόχους. Ο πρώτος αποσκοπούσε στην κατάργηση της βασιλείας στην Ελλάδα και στην καθιέρωση της προεδρευόμενης Δημοκρατίας, και ο δεύτερος στην νομιμοποίηση του ΚΚΕ αμέσως μετά την επαναφορά της Δημοκρατίας». Όσοι έζησαν τα γεγονότα της δικτατορίας είναι φυσικό να μιλήσουν περί αστειοτήτων και ανοησιών. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετώπιζαν και οι χριστιανοί των πρώτων χρόνων τα ανωτέρω κείμενα, τα οποία δυστυχώς σήμερα προβάλουμε για να πλουτίσουμε τους αρρωστημένους «πνευματικούς αγύρτες» της εποχής μας.

Τρίτη, 8 Απριλίου 2008

Εννοιολογικές διακρίσεις περί γάμου και πορνείας

Παρατηρώντας το "μπάχαλο" που γίνεται αυτές τις ημέρες (Μάρτιος 2008) στα ΜΜΕ γύρω από το θέμα του νομοσχεδίου περί "συμβολαίου ελεύθερης συμβίωσης", πορνείας και γάμου, και των δηλώσεων της Ιεράς Συνόδου και μεμονωμένων Επισκόπων, φαίνεται χρήσιμο να καταγραφούν εδώ μερικές εννοιολογικές διακρίσεις. Γιατί είναι προφανές ότι η άγνοια διαφόρων δημοσιογράφων, απίστων, εχθρών της Εκκλησίας, Χριστιανών και ακόμα και ελαχίστων Ιεραρχών, γύρω από αυτές τις διακρίσεις, εντείνει τη σύγχυση και τις παρεξηγήσεις...

Άλλο είναι ο γάμος, και άλλο είναι η τελετή του γάμου. Γιατί γάμος είναι αυτή καθεαυτή η σεξουαλική ένωση δύο ανθρώπων, που αποφάσισαν να περάσουν τη ζωή τους μαζί και να κάνουν οικογένεια. Δεν είναι γάμος η τελετή που γίνεται. Και σε παλαιότερες εποχές, αρκούσε να πάρει κάποιος τη γυναίκα του στο σπίτι του και να κοιμηθεί μαζί της, (χωρίς τελετή), για να θεωρηθεί γάμος, έγκυρος και μόνιμος, ακόμα και από πιστούς ανθρώπους της Παλαιάς Διαθήκης.

Άλλο είναι ο κοσμικός γάμος, και άλλο είναι το ΜΥΣΤΗΡΙΟ του γάμου. Μπορεί να μην είναι πορνεία ο κάθε γάμος, έστω και αν είναι πολιτικός ή αιρετικός, ή γάμος αλλοθρήσκων, αλλά αν δεν είναι Ορθόδοξος, δεν είναι μυστήριο, δηλαδή δεν είναι ΜΥΗΣΗ η οποία γίνεται με σκοπό τον αμοιβαίο φωτισμό και θέωση των νυμφευμένων.

Άλλο είναι να ανέχεται η Εκκλησία από μέλη της, να ζουν με μη Μυστηριακό γάμο, και άλλο είναι να να νομίζουν κάποιοι πως μπορούν να της επιβάλλουν να επιτρέπει να μετέχουν αυτοί οι άνθρωποι σε Μυστήρια. Γιατί μπορεί μεν για λόγους οικονομίας να ανέχεται έναν πολιτικό γάμο για κάποιο διάστημα για κάποιο μέλος της, περιμένοντας την μετάνοιά του, όμως δεν μπορεί να υποχρεωθεί να επιτρέψει να μετέχουν άνθρωποι χωρίς εκκλησιαστική συνείδηση ενεργά σε μυστήρια της Εκκλησίας.

Άλλο είναι ο πρώτος Ορθόδοξος γάμος, και άλλο ο δεύτερος και ο τρίτος. Γιατί μπορεί και οι τρεις να γίνονται στην Εκκλησία, αλλά ΜΟΝΟ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΥΣΤΗΡΙΟ. Οι επόμενοι είναι μόνο κατ' οικονομίαν γάμοι, και είναι ημι-παράνομοι για Χριστιανούς, γι' αυτό και απλώς ζητείται η συγχώρεση του Θεού γι' αυτή την παρατυπία. Γι' αυτό και οι Ιεροί Κανόνες απαγορεύουν σε αυτούς τη Θεία Κοινωνία για κάποιο χρονικό διάστημα. Αλλά είναι γάμοι.

Άλλο είναι γάμος, και άλλο πορνεία. Γάμος είναι όταν αυτή η ένωση γίνεται με σκοπό την οικογένεια. Πορνεία είναι όταν γίνεται για αμοιβαία ΙΔΙΟΤΕΛΗ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ των θελγήτρων του άλλου φύλλου, είτε αυτά είναι σεξουαλικά είτε ψυχολογικά είτε κοινωνικά κτλ.

Άλλο είναι πορνεία με τη σύγχρονη ΚΟΣΜΙΚΗ έννοια, και άλλο πορνεία με τη Χριστιανική έννοια. Στη σύγχρονη κοσμική εποχή, θεωρούν πορνεία μόνο την σεξουαλική πράξη με υλικό αντάλλαγμα. Για τη Χριστιανική πίστη όμως, πορνεία είναι μια τέτοια σεξουαλική σχέση, σε κάθε περίπτωση, όταν δεν έχει ως στόχο την αμοιβαία αλληλοπεριχώρηση και Θέωση, αλλά την εκμετάλλευση του άλλου.

Άλλο είναι η πορνεία, και άλλο ο πόρνος. Γιατί όταν αποκαλούμε κάποιον "πόρνο", η έμφαση δίνεται σε αυτόν καθεαυτόν τον άνθρωπο, ως κάποιον που έχει εθιστεί σε αυτή τη συνήθεια, με άλλα λόγια, που φέρει το πάθος της πορνείας. Όταν όμως μιλάμε για πορνεία, μιλάμε με απαξίωση γι' αυτή την ίδια την πράξη. Μπορεί λοιπόν κάποιος να πέσει σε πορνεία, χωρίς όμως και να είναι πόρνος, (ως λερωμένη ανθρώπινη υπόσταση), αν δεν έχει εθισθεί σε αυτή, δηλαδή δεν είναι κάτι που το κάνει συνεχώς-τακτικά, δεν είναι "Παθος", άλλα ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό, μια μεμονωμένη αμαρτία.

Άλλο είναι η υπόδειξη ότι η πορνεία είναι αμαρτία, και άλλο είναι να αποκαλέσει κάποιος τον άλλο "πόρνο". Η πρώτη περίπτωση είναι υπόδειξη. Η δεύτερη είναι κρίση. Και οι Χριστιανοί υποδεικνύουν μεν το σωστό, αλλά δεν κατακρίνουν κανέναν, μια και η κρίση ανήκει στον Θεό. Ακόμα και όταν Άγιοι ή Πνευματικοί συμβεί να το κάνουν αυτό, είναι για καθαρά διαπαιδαγωγικούς λόγους, και το κάνουν με ΔΙΑΚΡΙΣΗ και με τον Φωτισμό του Θεού.

Άλλο είναι να θεωρείται κάποιος αμαρτωλός, και άλλο να κατακρίνεται ως απολυμένος. Γιατί αμαρτωλοί είμαστε όλοι μας. Αλλά η κρίση ανήκει ΜΟΝΟ στον Θεό, κατά τη Δευτέρα Παρουσία. Πολλοί Πόρνοι-ες μετανόησαν και έφτασαν και σε μέτρα Πνευματικής ζωής. Πολλοί Επίσκοποι-Χριστιανοί-ες , έπεσαν τελικά και χάθηκαν παρά το ότι, γενικά, είχαν βίο "ηθικά αποδεκτό".

Άλλο είναι η αμαρτία ως αστοχία της εν Χριστώ πορείας ενός ανθρώπου, και άλλο ως ενοχή. Γιατί ενώ για τη Δύση και τον ευσεβισμό, αμαρτία είναι αυτή καθεαυτή η "μιαρή" πράξη, την οποία κρίνει ο "θεός" ως Εισαγγελέας, για τον Ορθόδοξο Χριστιανό είναι απλώς η αποτυχία ενός ασθενούς να φθάσει στη θεραπεία του, που είναι ο αγιασμός του και η ένωσή του με τον Μέγα Ιατρό των ψυχών μας, τον Θεό. Η Εκκλησία προειδοποιεί τον αμαρτωλό όπως ένας ιατρός προειδοποιεί έναν άρρωστο: Όχι με διάθεση κατάκρισης, αλλά θεραπείας.

Άλλο είναι το να υπάρχουν στην Ελλάδα πολλοί πόρνοι, και άλλο να "αποτελείται η Ελλάδα από πόρνους". Το πρώτο είναι αναμφισβήτητο γεγονός, μεταξύ απίστων στη Χριστιανική πίστη. Το δεύτερο είναι διαστρέβλωση των λόγων της Εκκλησίας από εχθρούς της, και γενίκευση μιας κακής συνήθειας απίστων ή ασθενών αδελφών μας.

Άλλο είναι να δηλώνει η Εκκλησία τις θέσεις της προς τα μέλη της δημόσια, και άλλο να θίγονται οι μη Ορθόδοξοι. Γιατί κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος να ακολουθήσει την πίστη και τις πρακτικές της Εκκλησίας, ή να τα απορρίψει. Και το να θίγονται οι μη Ορθόδοξοι, από το τι πιστεύουμε εμείς οι Ορθόδοξοι, και τι υποχρεώσεις έχουμε στη ΔΙΚΗ ΜΑΣ πίστη, είναι μισαλλόδοξο και ίσως φασιστικό-ολοκληρωτικό. Εάν θέλουν να ακολουθήσουν την Ορθόδοξη πίστη, μπορούν να το κάνουν, αλλά δεν μπορούν όσοι είναι "εκτός" να επιβάλλουν στους υπόλοιπους τις απόψεις τους. Και όχι! Δεν αρκεί απλά να έχεις βαπτιστεί, για να είσαι "εντός", πρέπει να έχεις και Ορθόδοξο Φρόνημα/ζωή... αν δεν το έχεις μοιάζεις με αυτόν που έχει άδεια οδήγησης και δεν ξέρει να οδηγεί: δεν μπορείς να αποκαλείσαι "οδηγός".

Άλλο είναι το τι ψηφίζει ένα κοσμικό κράτος, και άλλο τι δηλώνει η Ιερά Σύνοδος προς τους πιστούς της. Το κοσμικό κράτος είναι υποχρεωμένο να ψηφίζει νόμους και περί των απίστων, οι οποίοι έχουν κάθε δικαίωμα να ζουν χωρίς το κατά Θεόν άθλημα της Εκκλησίας. Η Εκκλησία είναι υποχρεωμένη να ενημερώνει τα μέλη της για το σωστό και το λάθος, και να το κηρύττει και προς τους έξω, αφήνοντάς το πάντα διακριτικά στην ελευθερία τους. Είναι χρέος της Εκκλησίας να κάνει ΠΕΝΤΑΚΑΘΑΡΑ ΓΝΩΣΤΟ το Θέλημα του Θεού, καθώς και τις (πνευματικές και μη) επιπτώσεις που μπορεί να έχει η καταστρατήγηση του "Πνευματικού Νόμου". Είναι δε, δικαίωμα και υποχρέωση του κάθε πιστού να αξιολογεί ποιες πολιτικές/κοινωνικές δυνάμεις διεξάγουν "συνειδητό πόλεμο" κατά του θελήματος του Θεού και να ψηφίσει/επιλέξει αναλόγως.

Άλλο είναι η Ιερά Σύνοδος και άλλο η Οικουμενική ή Πανορθόδοξη Σύνοδος. Η Ιερά Σύνοδος είναι διοικητικό κυρίως όργανο της Εκκλησίας. Η Οικουμενική ή Πανορθόδοξη Σύνοδος της Εκκλησίας, είναι δογματικό κυρίως όργανο.

Άλλο είναι ο ΚΑΘΕ επίσκοπος, και άλλο ο Ρωμαιοκαθολικός Πάπας. Ο Ρωμαιοκαθολικός Πάπας (υποτίθεται ότι) είναι αλάθητος, και αποφασίζει και διατάσσει. Ο ΚΑΘΕ επίσκοπος είναι λειτουργός του Κυρίου εις τόπον Χριστού, και ίσος με κάθε άλλο επίσκοπο, και συνεπώς δεν είναι αλάθητος. Αλλά κατά το μέτρο του φωτισμού του πορεύεται και αγωνίζεται. Ακόμα και ο κάθε Αρχιεπίσκοπος ή Πατριάρχης, είναι απλώς πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της χώρας του. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

Άλλο είναι να δηλώνει η Εκκλησία δημόσια τις θέσεις της, και άλλο το να τις επιβάλλει. Σε έναν ελεύθερο (και όχι μόνο) κόσμο, φυσικά και η Εκκλησία θα διαλαλήσει τις ξεκάθαρες και Θεόπνευστες θέσεις της, για το πώς πρέπει να ζει ο κάθε άνθρωπος για να επιτύχει τη Θέωση. Και θα το κάνει, όπως μπορούν και οι άπιστοι να δηλώνουν και να νομιμοποιούν ελεύθερα, πράγματα που η Εκκλησία θεωρεί εσφαλμένα. Και η Εκκλησία έχει δικαίωμα να υποστηρίζει αυτό που θεωρεί ορθό, και οι άπιστοι επίσης.

Άλλο είναι το να μην ανακατεύεται η Εκκλησία στην πολιτική, και άλλο το να μην έχουν πολιτικό λόγο οι Χριστιανοί. Γιατί μπορεί η Εκκλησία να μην επιβάλλει τις θέσεις της στο κράτος, αλλά τα μέλη της Εκκλησίας, ως ενεργοί πολίτες, έχουν κάθε δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν κάθε έννομο, ειρηνικό και δίκαιο μέσο, ώστε να εμποδίσουν νόμους που οδηγούν την κοινωνία στην οποία ζουν αυτοί και τα παιδιά τους, σε πνευματική κατάπτωση. Και αυτό το δικαίωμα τους πρέπει να είναι ΣΕΒΑΣΤΟ όπως και οποιασδήποτε άλλης ομάδας μέσα σε μία δημοκρατία.

Τι είναι η Θ. Λειτουργία των Προηγιασμένων;

Όλες τις Τετάρτες και Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής (καθώς και όσες συμπέσει εορτή αγίου) τελείται η θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων. Τι είναι αυτή η Λειτουργία και γιατί γίνεται μόνο κατά τη Μ. Τεσσαρακοστή;
Η Εκκλησία μας έχει εν χρήσει τρεις θ. Λειτουργίες κατά τις οποίες γίνεται Θυσία: Την Λειτουργία του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, την Λειτουργία του αγίου Βασιλείου και τη Λειτουργία του αγίου Ιακώβου.[...]

Όλες όμως αυτές οι Λειτουργίες έχουν πανηγυρικό και χαρμόσυνο χαρακτήρα. Αλλ’ η Μ. Τεσσαρακοστή είναι πένθιμος περίοδος. Γι΄ αυτό η Εκκλησία μας όρισε να μη γίνονται οι Λειτουργίες αυτές παρά μόνο κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής. (Κανόνας 49ος της εν Λαοδικεία Συνόδου). Οι παλιοί όμως χριστιανοί δεν μεταλάμβαναν των θείων Μυστηρίων μόνο κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, αλλ’ ακόμη συχνότερα. Ο Μ. Βασίλειος σε μία επιστολή του (προς Καισαρία) αναφέρει ότι οι πιστοί της περιοχής του είχαν συνήθεια να μεταλαμβάνουν και τέσσερις και πέντε φορές την εβδομάδα! Γνώριζαν οι παλιοί Χριστιανοί ότι χωρίς συχνή μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων δεν είναι δυνατό να ζουν «εν Χριστώ». Ο Χριστός δεν είναι μία αφηρημένη ιδέα. Δεν είναι μία απρόσωπος δύναμη. Ο Χριστός είναι το Δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, είναι ο Υιός του Θεού, που σε ορισμένη χρονική στιγμή έγινε άνθρωπος «δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν» και σταυρώθηκε και πέθανε και ετάφη και ανέστη εκ νεκρών και ανελήφθη εν δόξη εις τους ουρανούς και «εκάθισεν εν δεξιά του Πατρός». Ο Χριστός είναι ακόμη, όπως είπε ο Ίδιος, «βρώσις και πόσις», δηλαδή φαγητό και ποτό. Στο Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας ο Χριστός, ο «Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου», αυτοπροσφέρεται στους πιστούς υπό τη μορφή του άρτου και του οίνου, τα οποία έχουν, κατά τρόπο απερινόητο και μυστηριώδη, μεταβληθεί σε αυτό τούτο το Άχραντο Σώμα Του και σε αυτό τούτο το Τίμιο Αίμα Του. Ο Χριστός είναι ο αγιασμός μας, το φως μας, η ζωή μας.[...]

Πώς όμως θα κοινωνούν συχνά οι πιστοί, αφού θεία Λειτουργία δε γίνεται παρά μόνο κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής; Η Εκκλησία μας βρήκε τρόπο: Καθόρισε να τελείται κατά τις άλλες μέρες της Μ. Τεσσαρακοστής μία άλλη Λειτουργία, η Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων. Κατά τη Λειτουργία αυτή δεν τελείται Θυσία, δε γίνεται δηλαδή μεταβολή του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Αλλά τι γίνεται; Τα Τίμια Δώρα, ο Άρτος και ο Οίνος είναι έτοιμα, έχουν προαγιασθή (γι’ αυτό και λέγεται Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων) κατά την προηγηθείσα θεία Λειτουργία της Κυριακής, είναι πλέον Σώμα και Αίμα Χριστού, και απλώς προσφέρονται προς μετάληψη στους πιστούς.

Εξηγούμεθα λεπτομερέστερα: Ο Ιερέας καθ’ έκαστη Κυριακή κόπτει το πρόσφορο το λεγόμενο «Αμνόν», δηλαδή το τετράγωνο εκείνο τεμάχιο της σφραγίδας που γράφει ΙΣ-ΧΣ ΝΙ-Κα, και το τοποθετεί επάνω στο ιερό Δισκάριο. Μετ’ ολίγο, κατά τη στιγμή του «Σε υμνούμεν...», το τεμάχιον αυτό του άρτου θα μεταβληθεί δια της ευλογίας του Ιερέως (ω θαύμα θαυμάτων!) σε αυτό τούτο το Σώμα του Κυρίου, όπως και ο οίνος, που είναι στο ιερό Ποτήριο, θα μεταβληθεί και αυτός σε αυτό τούτο το Αίμα του Κυρίου. Όταν όμως βρισκόμαστε στη πένθιμο περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής, ο Ιερέας, κατά τη Θ. Λειτουργία της Κυριακής, δεν θα κόψει ένα μόνο τεμάχιο εκ της σφραγίδας του προσφόρου, ωσάν αυτό που είπαμε ανωτέρω, αλλά περισσότερα (συνήθως τρία), ανάλογα προς τον αριθμό των Λειτουργιών των Προηγιασμένων που θα τελέσει κατά την εβδομάδα. Τα τεμάχια αυτά (που δεν κόπτονται όλα από ένα πρόσφορο, αλλ’ ένα από κάθε πρόσφορο), θα τα ευλογήσει κατά την ώρα που πρέπει και αυτά θα μεταβληθούν σε Σώμα Χριστού. Από αυτά το ένα θα χρησιμοποιηθεί για τη θεία Μετάληψη της ημέρας εκείνης (Κυριακής), τα άλλα (συνήθως δύο) θα εμβαπτισθούν στο ιερό Ποτήριο, όπου το άγιο Αίμα του Κυρίου, και θα φυλαχθούν σε ειδικό κιβωτίδιο, το ιερό Αρτοφόριο, για τις Λειτουργίες των Προηγιασμένων Δώρων που θα γίνουν εντός της εβδομάδας. Κατ’ αυτές τις Λειτουργίες ο Ιερέας θα προσφέρει στους πιστούς προς μετάληψη τα Προηγιασμένα αυτά Δώρα. Πόσο ωραία και πόσο σοφά τα έχει όλα καθορίσει η Εκκλησία μας!...[...]

Η Λειτουργία των Προηγιασμένων είναι συνυφασμένη με Εσπερινό, είναι δηλαδή βραδινή. Αυτό έχει θεσπιστεί, διότι οι παλιοί Χριστιανοί κατά τις ημέρες της Μ. Τεσσαρακοστής διετέλουν τελείως άσιτοι (νηστικοί) μέχρι των εσπερινών ωρών. Μπορούσαν λοιπόν να εκκλησιαστούν και να κοινωνήσουν κατά τις εσπερινές ώρες. Σήμερα η Λειτουργία των Προηγιασμένων τελείται και κατά την εσπέρα συνηθέστερα όμως τελείται κατά τις πρωινές ώρες προς διευκόλυνση των πιστών. Η Λειτουργία αυτή δεν έχει τον πανηγυρικό και θριαμβευτικό τόνο των άλλων Λειτουργιών, αλλά δεσπόζει σε αυτή το πένθιμο και κατανυκτικό στοιχείο.

Η Λειτουργία των Προηγιασμένων τελείται όλες τις Τετάρτες και Παρασκευές της Μ. Τεσσαρακοστής. Κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα τελείται μόνο τις τρεις πρώτες μέρες αυτής (Μ. Δευτέρα, Μ. Τρίτη και Μ. Τετάρτη). Επίσης τελείται και κατά τις ημέρες εορτών ευρισκομένων εντός της περιόδου της Μ. Τεσσαρακοστής. Δεν τελείται κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής, καθώς και κατά τις Λειτουργίες αυτές δεν τελείται Θυσία, αλλά τα Τίμια Δώρα έχουν προαγιασθή. Ο Ιερέας, και αν κρατήσει τα ονόματα, δεν θα τα μνημονεύσει, στην Πρόθεση, αλλά θα τα αφήσει για τη Λειτουργία του Σαββάτου ή της Κυριακής. Επίσης, κατά τη Λειτουργία των Προηγιασμένων δε γίνονται μνημόσυνα.

Από το βιβλίο
«Περίοδος Τριωδίου»
Επιφανίου Ι. Θεοδωρόπουλου
Αρχιμανδρίτου

Αποσπάσματα εξ ομιλιών του Μελετίου Πηγά

Ο Μελέτιος Πηγάς υπήρξε και εκκλησιαστικός ρήτωρ απαράμιλλος, αφήσας εποχήν εν Κων/λει και αλλαχού, όπου ήσκησε το θείον του ιεροκήρυκος έργον. Κατωτέρω παραθέτομεν χαρακτηριστικά τινα αποσπάσματα ομιλιών αυτού διακρινομένων διά τον πρακτικόν και εποικοδομητικόν αυτών χαρακτήρα, τα οποία διεσώθησαν εν δημώδει γλώσση. Εξ αυτών καθίσταται φανερά η δύναμις του πνεύματος του μεγάλου εκείνου ανδρός, ο πλούτος των γνώσεών του, η διεισδυτική του ικανότης μέχρι των μυχιαιτάτων της ανθρωπίνης ψυχής, και επί πάσιν η ακαταμάχητος γοητεία του λόγου του. Τα δημοσιευόμενα ολίγα αποσπάσματα προέρχονται εξ ομιλιών, τας οποίας ο Πηγάς εξεφώνησεν εν τω ναώ Χρυσοπηγής Κων/λεως κατά τα έτη της αυτόθι παραμονής του, περιέχονται δε εν τω βιβλίω: «Μελέτιος Πηγάς. Χρυσοπηγή» (Αθήναι 1958), εκ του οποίου και είναι ειλημμένα.

Α. Εξ ομιλίας τη Ε' Κυριακή των Αγίων Νηστειων (σελ. 103).
37. Είναι λοιπόν, λέγει ο απόστολος προς Γαλάτας, δύο διαθήκες: η μία η γεννώσα εις δουλείαν, ή συστοιχούσα τη νυν Ιερουσαλήμ. Η άλλη, ελευθέρα, η άνω Ιερουσαλήμ. Ακούεις, αδελφέ, πως τα πράμματα εκείνα, οπού εγινούντανε τον παλαιόν καιρόν, ήταν και τινά σημάδια και τύποι μυστηρίων μεγάλων, όχι παραδείγματα, να σε παρακινήσουν εσέναν εις άκρασίαν, εις αμαρτίαν;
38. Και κοντολογία, εσύ καν δεν μετράς με τον νουν σου, ότι επειδή είναι λόγια του πνεύματος, ανάγκη είναι να μη σου εγραφτήκασι, διά να κάμεις εσύ αμαρτίες, διότι ήθελες καταστήσει διδάσκαλον τες αμαρτίες. Ο Θεός να με φυλάγει από την βλασφημίαν ταύτην του Θεού ! Μη λοιπόν, αδελφέ, μη θέλεις τα κακά σου θελήματα. Την γυναίκα, οπού σου έδωκεν o Θεός, εκείνην έχε, και αν είναι στείρα, στείρα• αν είναι παιδογόνος, παιδογόνον. Και μη μου ευρίσκετε πρόφασιν και εαν και εσύ, να μολύνετε ο εις διά τούτην την πρόφασιν, ο άλλος διά κείνην την πρόφασιν, να μολύνετε, λέγω, το στέφανόν σας.
39. Τηράτε το αμόλυντον, τηράτε να το παραδώσετε τω φοβερώ Θεώ καθαρόν και αμίαντον. Δεν έχω καιρόν να σε ειπώ περισσότερον διά τούτην την ατοπίαν, οπού γίνεται ανάμεσά μας σήμερον και μολύνεται, μάλιστα και χωρίζεται, το ανδρόγυνον και επαίρνει εκείνος άλλην και εκείνη άλλον.

Β. Εξ ομιλίας τη Κυριακή των Βαΐων (σελ. 152 153).
10. Και εκείνη πάλιν, (η Μαρία, η αδελφή του Λαζάρου) ως ήκουσεν, εσηκώθη πάραυτα από το ξόδι και τα δάκρυα του αδελφού και καταφρονά τα πάντα, και λύπες και πικρίες και θλίψεις και κλαημούς, και τρέχει προς τον Χριστόν. Το εναντίον απ' ό,τι κάμνουσιν εδώ οι γυναίκες, θαρώ, και οι άνδρες οι εδικοί μας, οπού αφήνουσι την εκκλησίαν. Στερεύγουνται τα μυστήρια του Θεού, φεύγουσιν από Θεόν. Διατί; Διατί, λέγει, είναι θλιμμένοι -ώ κόσμε, έρημε κόσμε, και τότες είναι περισσότερος καιρός, όταν έχωμεν θλίψιν, να τρέξωμεν προς Θεόν. «Εκέκραξα, λέγει ο πατρόθεος προφήτης, εκέκραξα εν τω θλίβεσθαί με προς Κύριον και επήκουσάς μου εις την θλίψιν» μου, εκέκραξα προς Κύριον».
11. Και εμείς σήμερον, εις τες θλίψεις μας, τρέχομεν εις τους μάντεις, διατί, λέγει, διά να με παρηγορήσει, να κάμει ν' αγαπά ο δείνας, να κάμει να εύρω το τάδε τι, οπού έχασα, να μου απαγγέλλει διά τάδε τι οπού αναμένω. Ώ γυναίκες, πώς να σας ειπώ, γυναίκες, και αν ο μάντης ή η μάντισσα εμπορεί να κάμει τάδε ή τάδε, να σου κάμει αγάπες, να σου κάμει παιδία, να σου εύρει πλούτη, να σου γιάνει πληγές, δεν ήθελεν κάμει πρώτα του λόγου της; Πόσοι μάντες και μάντισσες είναι πυργωμένοι, παρδαλοί, κυλλοί, κακόμοιροι; Τριγυρίζουσι να εύρουσι καμμίαν λωλήν, να της φάγωσιν τέσσερες πέντε φόλες με το να της τάσσουσιν να την κάμνουσιν εκείνην γερήν, πλουσίαν, εκείνοι οπού είναι αυτοί τως κυλλοί και φτωχοί.
12. Ένα μου πέτε: αv σας έδιδεν ο διάβολος καλόν, οπού είναι των αδυνάτων, όσον μηδέ αυτός ατός του δεν είναι δυνατόν να είναι καλός, πλην, εθέλετέ το το διαβολικόν εκείνον και δαιμονικόν καλόν; Εγώ λογαριάζω, πως και μόνον το όνομα, το όνομα μόνον διαβολικόν, δαιμονικόν να είναι απατά διαβολικόν και δαιμονικόν, κακόν, όχι καλόν και φευκτόν. Ειπέ μου εσύ η ρίκτρα, οπού ρίκτει διά πλούτη καμμίαν και παίρνει σου έξη φόλες να σε κάμει πλούσιον, και του λόγου της πώς δεν πλουταίνει;
13. Ώ κόσμε λωλέ, οπού δεν γνωρίζεις, πώς, αν ήταν αλήθεια αυτάνα τα πράμματα, δεν ήθελες βλέπειν την κατζιβέλλαν γυμνή και ξεσκημένην να τα πει εσένα [τα] πλούτη, και αυτήνη να ψοφά διά έναν άσπρον. Πλην αφήτε τούτες τες λωλές μάντισσες! Εσείς μη πααίνετε πλέα. Αφήτε τούτες τες δαιμονισμένες και ας γιαγείρομεν εις την καλήν Μάρθαν καί Μαρίαν.

Γ. Εκ της αυτής ομιλίας (σελ. 170-171).
61. Ας γδυθής λοιπόν, άνθρωπε, από μάταια νεκρά πάθη της νεκρώσεως και λάβεις βαΐα φοινίκων αειθαλών, πράξεις ενάρετες και να υπαντήσεις τον Χριστόν, δεν θες ακούσεις μόνον, πως ανάστασε τον Λάζαρον, καθώς ακούεις πώς ακούουσιν εδώ οι λαοί, αμή θες αναβοήσει και εσύ το ωσανά, και θες λάβει το «σώσον δή Κύριε». Ώ Μελέτιε, πώς νάκαμνες την γλώσσαν μου, όχι κάλαμον γραμματέως οξυγράφου, επειδή δεν έχει να γράφεις μαλακά χαρτία, αμή, ή αδαμαντίνη, επειδή έχεις να χαράξεις, ωσάν πλάκες λίθινες, καρδίες σκληρές, ή πυρίνη, ωσάν εκείνες τες πυρίνες του πνεύματος, επειδή έχεις, ωσάν τότε εκείνος ο προφήτης τον τότε λαόν, ως καλάμιν νάκαιες, Μελέτιε, τόσην ύλην, όσην είναι φορτωμένη σήμερον τα στήθη μας και δεν αφήνει να φυτευθή o του Θεού φόβος, η του Χριστού υπακοή, οπού μας oρίζει με φοβερά και αφοριστικά από Θεού πρόσωπον λόγια να ταπεινωθούμεν, οπού μας ορίζει να μην μνησικακούμεν, μα να συγχωρούμεν με όσους έχομεν κακοσύνην, αλλέως πως δεν έχομεν να ιδούμεν πρόσωπον Θεού.
62. Πλήν, μην αναμένετε• ακούτε με και άνδρες και γυναίκες. Μην αναμένετε να μου θαυματουργήσει ο Θεός, και να μετασκευάσει την γλώσσαν μου οξυγράφον ή εις αδαμαντίνην και πυρίνην ή εις γλώσσαν αγγέλου, απ' εκείνες, οπού λέγει ο Παύλος. Εις στέκει να την καταστήσει και πυρίνην και αγγελικήν, αν δεκτείτε τον λόγον του Θεού πατρός και να ταπεινωθήτε και ν' αφήσετε και την μνησικακίαν, την αντίθεον, με τα λοιπά πάθη τα σαρκικά, διά την βασιλείαν των ουρανών, ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν εν Χριστώ Ιησού, ω η δόξα και το κράτος συν πατρί και πνεύματι εις αιώνας. Αμήν.

Δ. Εξ ομιλίας τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη (σ. 203).
34. Τρέχει, ασπάζεται τους αχράντους εκείνους πόδας, ραίνει τους και βρέχει τους με τα δάκρνα της μετανοίας. Και oι στεναγμοί της καρδίας, η συντριβή η συνεχή, δεν αφήνουσι την κατάνυξιν να ειπεί λόγια. Με τα έργα, αυτά, που είναι ζωντανά λόγια, με τα αυτά τα έργα βοά η καλή εκείνη πόρνη, ήδη μη πόρνη, τω Χριστώ, και λέγει πώς είναι αμαρτωλή περισσά και πως δέεται συγχωρήσεως διά φιλανθρωπίας, μάλιστα δείχνει και τούτη έξω από ετούτο, την μεγάλην αγάπην, οπού εχει προς τον Χριστόν. Μύρον της ευρίσκεται. πολύτιμον εις αλάβαστρον άγγείον. Παίρνει το μύρον. Βαστά ατή της το αλάβαστρον. Σπα το αλάβαστρο, χύνει το μύρον αλείφει την ακήρατον εκείνην κορυφήν του Χριστού, της οποίας τα ποδάρια έβρεχε με δάκρυα και εσφούγγιζε με τες απαλές εκείνες πλεξούδες, οπού είχε πρώτα δίκτυα της αγάπης της αμαρτίας.
35. Ώ καλή πόρνη, πώς εύρες καλήν και σύντομον στράταν να ξεφκαιρώσεις το πέλαγός σου της αμαρτίας με τα δάκρυα της μετανοίας, με την κένωσιν του μύρου! Ώ καλή μετάνοια, πώς δύνασαι και σιμώνεις τας πόρνας τω Χριστώ και ανέχεται της δυσωδίας του βρώμον της άμαρτίας, ανέχεται ο Χριστός, όχι διά το μύρον, διά τα δάκρυα.
Ε. Εξ ομιλίας τη Κυριακή των Προπατόρων (σ.229-230).
60. Παρακαλώ σας λοιπόν, μην ευρεθούμεν εμείς από τους πολλούς τους καλεσμένους, μηδέ καταφρονήσωμεν το κάλεσμα του Κυρίου, μηδέ αγρούς, μηδέ ζεύγη βoώv, μηδέ γυναίκα, αλλά ας γενούμεν, από τους ολίγους, διά τους οποίους λέγει ο Σωτήρ, ότι «ολίγοι οι σωζόμενοι». Ας γενούμεν από τους εκλεκτούς με την στράταν, οπού μας ερμηνεύει ο Σωτήρ, διά του αποστόλου ότι «αποστήτω από αδικίας πας ονομάζων τον Κύριον». Και πάλιν «καθαρίσωμεν εαυτούς από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος, ποιούντες αγιωσύνην εν πνεύματι αγίω».
61. Και μη μου προφασίζου, ώ δύστηνη Πόλη, πως έχεις κακούς ποιμένας. Έχεις και καλούς, καλά και ολίγους, πλην αν έχεις και κακούς, πείθου εσύ «τω λόγω της αληθείας» και μην ξετρέχεις τας πράξεις των κακών. Ξεύρεις, να σου ειπώ, πρώτον μεν ήθελα να είμεσθαν εμείς καλοί, αλλά θα νάμεσταν το φως του κόσμου, το άλας της γης, οι οδηγοί των τυφλών, οι παιδευταί των ασεβών, και να μην είμεσθαν φαρισαίοι, να λέγεται και περί ημών ότι «επί της Μωσέως καθέδρας εκάθισαν οι γραμματείς και οι φαρισαίοι• πάντα ουν όσα αν είπωσιν υμίν ποιήσαι, ποιήσατε, κατά δε τα έργα αυτών ου μη ποιήσητε• λέγουσιν γαρ και ου ποιούσιν».
62. Αλλά εγώ ήθελα να εκάναμεν και ημείς οπού διδάσκομεν τους άλλους. Πλήν εσύ ο ευσεβής, λάμβανε την καλήν διδασκαλίαν, λάμβανε τα μυστήρια της ευσεβείας και από τους αναξίους. Τίμα και τους αναξίους και θες έχεις μεγαλείτερον μισθόν. Μηδέ δίσταζε, ότι να σου κολομβώνει το μυστήριον της ευσεβείας πονηρία του αρχιερέως, ιερέως. Ξεύρεις τι είμεσθαν εμείς; Βουλωτήρια, σφραγίδες, τύποι. Και άλλος είναι χρυσος, άλλος ασημίτικος, άλλοι είμεσθεν σιδερένιοι. Και βαστώμεν όλοι έναν τύπον. Εσείς είστε το κερί.
63. Ειπέ μου, ωσάν τυπωθή το κερί και λάβει την εικόνα του βασιλέως, τόσον από σιδερένιον, ωσάν από ασημένιον, ωσάν από το χρυσόν βουλωτήρι, τι διαφέρεται προς τα βουλωτήρια εκείνα; Πασαένα ό,τι διά λόγου του είναι, διά λόγου του τιμάται, διά λόγου [του] ξάζει. Αν χρυσόν, πολύν. Αν αργυρόν, ολιγώτερον. Αν σίδερον, ολιγώτερον. Αμή ο τύπος των εικόνων όλος είναι ίσα ίσα εις το κερίν. Mόvov μη σκληρύνει σας, μα δέχου εις όλα τον τύπον της διδαχής, σωφρονίσου και εσύ απατά. Και εκείνοι οι κακοί ποιμένες τι αναμένετε; Τι σκορπίζετε εσείς τα πρόβατα του Κυρίου, ώ λύκοι άρπαγες, και εσείς, πως αφήνετε και σκορπίζεσθε έτζι. Δεν συντηράτε τον ποιμένα τον καλόν, οπού διά τα πρόβατα, ως πρόβατον, ήχθη εις σφαγήν; Εκνίψασθε δικαίως. Ξυπνήσατε, μη κοιμάσθε τον θάνατον του ύπνου. Ο θάνατος μας περιτρέχει. Ο δεσπότης και καλεί και αναμένει εις μετάνοιαν, διά να μας αξιώσει δείπνον μεγάλον και λαμπρόν εις την βασιλείαν των ουρανών, ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν εν Χριστώ Ιησού, ώ η δόξα και το κράτος συν Πατρί και Πνεύματι εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν.

ΟΣΤΙΣ ΘΕΛΕΙ ΟΠΙΣΩ ΜΟΥ ΕΛΘΕΙΝ....

«Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι» (Μάρκ. η' 34).

Αίροντες τον σταυρό, ευαρεστούμε τον Κύριο Ιησού Χριστό, Τον ακολουθούμε. Αν ακολουθούμε τον εαυτό μας, δεν μπορούμε να ακολουθούμε Εκείνον. Όποιος δεν απαρνηθή τον εαυτό του, δεν μπορεί να Με ακολουθήση (Ματθ. ι' 3 .
Αν ακολουθήσης τον δικό σου νου και όχι τον νου του Χριστού, αν ακολουθήσης το θέλημά σου και όχι το θέλημα του Χριστού, όπως αναφέρεται στο άγιο Ευαγγέλιο, η ψυχή σου δεν είναι καθαρή, δεν είναι αγιασμένη, είναι χαμένη στην ζούγκλα των ψυχοφθόρων και φρικτών πλανών. Διότι η αμαρτία, το κακό, κατόρθωσε να χτίση μέσα μας, δίπλα σε εκείνη την θεοειδή ψυχή που ελάβαμε από τον Θεό, την δική της ψυχή. Αν η αμαρτία μας γίνη έξις, δημιουργεί μέσα μας την δική της ψυχή. Αν πράττωμε την αμαρτία, εκείνη σταδιακά μορφώνεται στην ψυχή μας. Κοντά σε εκείνη την θεοειδή ψυχή, την οποία ο Θεός σου έδωσε, εσύ φέρνεις ένα ξένο, ο οποίος σε αιχμαλωτίζει. Αυτός διαφεντεύει, ενώ ό,τι θεϊκό είναι μέσα σου, είναι σαν κοιμισμένο, σαν μουδιασμένο. Το απέρριψες, και εκείνο δεν ζη μέσα σου, πεθαίνει.

Η αμαρτία δημιουργεί μέσα μας δικό της κόσμο, δημιουργεί μέσα μας δική της φιλοσοφία, δική της αντίληψι για τον κόσμο. Η αμαρτία επιδιώκει να καταλάβη την θέσι του Θεού στην ψυχή σου, την θέσι της Εικόνος του Θεού. Αυτό θέλει να κάνη η αμαρτία. Η αμαρτία στην πραγματικότητα θέλει να στερήση τον άνθρωπο από εκείνες τις θεϊκές ωραιότητες που έχει στην ψυχή του. Ναι, αυτός ο διάβολος αγωνίζεται δια μέσου της αμαρτίας να δημιουργήση μέσα σου και μέσα μου την δική του εικόνα. Διότι η αμαρτία πάντοτε ομοιάζει στον διάβολο. Πάντοτε, όταν την εναγκαλιζόμαστε, τυπώνει σιγά-σιγά στην ψυχή μας την δική του σκοτισμένη μορφή. Έτσι, με την αμαρτία, με την έξι στην αμαρτία, μορφώνεται μέσα μας ένα άλλο εγώ, μία άλλη ψυχή, ένας άλλος εαυτός, εκείνος ο εαυτός, τον οποίο ζητεί ο Κύριος να απαρνηθούμε: «ου γαρ ο θέλω ποιώ αγαθόν, αλλ' ο ου θέλω κακόν τούτο πράσσω» (Ρωμ. ζ' 19). Το κακό το δημιουργήσαμε εμείς οι ίδιοι, ενώ το καλό είναι από τον Θεό, λέγει ο απόστολος Παύλος (Α' Τιμ. δ' 4). Εγώ θέλω να ζω σωστά, αλλά την δύναμι να το κάνω δεν την έχω. Δεν βρίσκω την δύναμι γι' αυτό, δεν βρίσκω την δύναμι μέσα μου.
Να, το σημερινό Ευαγγέλιο μας αποκαλύπτει τον τρόπο για να πραγματοποιήσουμε στην ζωή μας το καλό που επιθυμούμε. Αυτός είναι η απάρνησις του εαυτού σου, της αμαρτίας σου, αυτής της αμαρτωλής ψυχής που δημιουργήθηκε, χτίστηκε, μορφώθηκε μέσα σου. Με την νηστεία στην πραγματικότητα απωθούμε την αμαρτωλότητα που είναι μέσα μας. Αντικαθιστούμε σταδιακά τον εαυτό μας με τον Χριστό, μέχρις ότου φθάσουμε στην τελειότητα που έφθασε ο απόστολος Παύλος, ο οποίος λέγει: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. β' 20). Να, τι σημαίνει «απαρνησάσθω εαυτόν»: Σημαίνει να απαλείψουμε όλες τις (κακές) μας επιθυμίες, κάθε τι ανθρώπινο, εφάμαρτο, και να τα αντικαταστήσουμε με τον Χριστό. Να αλλάξουν, να γίνουν όλα Χριστός!
«Ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν• ος δ' αν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν» (Μάρκ. η' 35). Εάν, βεβαίως, απαρνηθούμε κάθε αμαρτία μας, κάθε πάθος μας• και αν ξέρουμε, αν αισθανόμαστε και αν θέλουμε να γίνη ο Χριστός ψυχή μέσα στην ψυχή μας, καρδιά μέσα στην καρδιά μας, να αντικαταστήση τον εαυτό μας, το εγώ μας με τον Εαυτό Του. Αυτή είναι η μόνη οδός, για να φυλάξουμε εγώ και εσύ και κάθε άνθρωπος την ψυχή μας από την κόλασι, από την καταστροφή, από τον διάβολο, από κάθε κακό, από τα αιώνια βάσανα, να βρούμε μέσα μας εκείνη την θεοειδή ψυχή, εκείνη την θεϊκή ψυχή, την οποία ο Θεός μας έδωσε.
Θεοειδής ψυχή! -Πού είναι άραγε;- Στον Χριστό. Ο Χριστός έγινε άνθρωπος για να μας ειπή: Να, έτσι πρέπει να είναι ο άνθρωπος. Εκείνος, ο Θεός, έγινε άνθρωπος. Εκείνος έδειξε στον εαυτό Του την Εικόνα του Θεού. Εμείς είμαστε πλασμένοι κατ' Εικόνα Θεού. Οφείλουμε να ζούμε σύμφωνα με αυτήν. Τί είναι ο νους μας; Εικόνα του νου του Χριστού, του νου του Θεού. Η δική μας υποχρέωσις είναι να κάνουμε τον νου μας όμοιο με τον νου του Χριστού, δηλαδή να χριστοποιήσουμε όλο τον νου μας και να μπορούμε να πούμε με τον απόστολο Παύλο: «ημείς νουν Χριστού έχομεν» (Α' Κορ. β' 16). Αλλά μέχρι να ταυτίσουμε το θέλημά μας με το θέλημα του Χριστού, του Θεού, το δικό μας θέλημα πάντα περιπλανιέται, είναι πάντα αδύνατο, πάντα σκοντάφτει και βυθίζεται στην αμαρτία. Εάν έχουμε τον Κύριο Ιησού Χριστό ως το αιώνιο πρότυπό μας, το αιώνιο όραμά μας, τότε ταυτίζουμε τον εαυτό μας με το δικό Του θέλημα. Τότε λέμε: δεν θέλω να γίνη το θέλημά μου, αλλά το δικό Σου (Κύριε). «Πάτερ ημών, γενηθήτω το θέλημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης».
Όταν εμείς, τηρώντας τις εντολές του Θεού, θέλουμε να θεραπεύσουμε το θέλημά μας από όλες τις αδυναμίες, από όλες τις αρρώστειες του, από όλο τον θάνατό του, στην πραγματικότητα θεραπεύουμε τον εαυτό μας από κάθε αμαρτία και εξορίζουμε από τον εαυτό μας κάθε τι εφάμαρτο. Ναί! Όσο ολόκληρος ο άνθρωπος επιποθεί τον Θεό, όσο στ' αλήθεια αγωνίζεται να απαρνηθή τον εαυτό του και να ακολουθή τον Χριστό, να σηκώνη τον Σταυρό, να σηκώνη τον Σταυρό του Χριστού, τότε αληθινά λαμβάνει από τον Κύριο Ιησού Χριστό την θεία δύναμι. Διότι, όπως έχει λεχθή, ο Σταυρός «ημίν τοις σωζομένοις δύναμις Θεού εστί» (Α' Κορ. α' 1 . Ημίν, για μένα και για σένα και για κάθε άνθρωπο. Όταν αποφασίσης να βιάσης τον εαυτό σου να σηκώσης τον σταυρό σου, να! εσύ την ίδια στιγμή λαμβάνεις θεία δύναμι. Αυτή την δύναμι την δίνει ο Κύριος για να μπορέσης να νικήσης κάθε αμαρτία μέσα σου, να μπορέσης να νικήσης κάθε κακό, κάθε κακή συνήθεια, να μπορέσης να παιδαγωγήσης την γλώσσα σου να μη λέγη άπρεπα λόγια, να παιδαγωγήσης το μάτι σου να μη βλέπη εκείνα που δεν πρέπει να βλέπη. Όλη η ζωή σου να γίνη χριστοειδής. Χάριν τίνος; Χάριν του Χριστού. Για να εγκατοικίσης τον Χριστό μέσα σου! Να, αυτός είναι ο σκοπός μας, αυτό είναι το όραμά μας, αυτό είναι η ανάπαυσις και η ειρήνη και ο αιώνιος παράδεισος της ψυχής μας, κάθε ανθρώπινης ψυχής. Χωρίς τον Χριστό η ανθρώπινη ψυχή δεν ειρηνεύει...
Η δική μας οδός, η οδός των Αγίων και της νηστείας, είναι βία στον εαυτό μας να πράττωμε κάθε αγαθό, διηνεκής βία του εαυτού μας προς κάθε καλό. Διότι η φύσις μας δεν θέλει το καλό. Εκείνη κλίνει στο κακό. Εσύ όμως βίασε τον εαυτό σου να πνίγης κάθε κακό που υπάρχει μέσα σου. Ο Κύριος θα σου δώση την δύναμι της Αναστάσεως για να κάνης πραγματικά κάθε καλό. Να σηκώνουμε τον σταυρό μας, να χριστοποιούμε τον εαυτό μας και να προσέχουμε ότι νηστεία δεν είναι άλλο από το να αντικαταστήσουμε τον εαυτό μας με τον Χριστό, τον Θεό μας. Μέσω κάθε αρετής ο άνθρωπος πρέπει να αντικαθιστά τον εαυτό του με τον Θεό, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Διότι, «θεός η αρετή», όπως λέγει ο άγιος Μάξιμος. Και αυτή η θεία δύναμις είναι πιο δυνατή από αυτόν εδώ τον κόσμο, αυτή η δύναμις μας χαρίσθηκε για να υπερνικούμε κάθε κακό, να υπερνικούμε κάθε αμαρτία, κάθε διαβολική δύναμι. Βίασε τον εαυτό σου σε κάθε καλό και ο Αγαθός Κύριος θα σου δώση την δύναμι της Αναστάσεως, ώστε να πορεύεσαι από την μεγαλύτερη θλίψι στην μικρότερη και από την μικρότερη χαρά στην μεγαλύτερη χαρά. Να βαδίζουμε όλοι προς την βασιλεία των ουρανών, έως ότου μπορέσουμε να πούμε με την Χάρι του Θεού και εμείς: «Κύριε Ιησού Χριστέ, δεν ζω πλέον εγώ• εσύ ζης μέσα μου δια των αγίων Μυστηρίων και των αγίων αρετών». Σε Εσένα ανήκει η δόξα και η ευχαριστία, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Μακαριστού πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς)
[Μετάφρασις αδελφών της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, από το βιβλίο PASHALNE BESEDE (Πασχαλινές Ομιλίες), Βελιγράδι 1998]



(Πηγή: «Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ», τ.31, 2006, Περιοδική έκδοσις υπό των πατέρων της Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους)

Όσιος πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς μιλάει για την αίρεση του Παπισμού

Ο μεγάλος Σέρβος Δογματολόγος Όσιος πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς, γκρεμίζει τις ανόητες, αθεολόγητες και αιρετικές δοξασίες περί «αδελφών Εκκλησιών» και βάζει στη θέση του τον παπισμό και τον «Αγιώτατο» Πάπα.

«Η Εκκλησία δεν είναι μόνον μία, αλλά και μοναδική.
Εν τω Κυρίω Ιησού δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν πολλά σώματα• κατά τον ίδιον τρόπον δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν εν αυτώ πολλές Εκκλησίες.
Εν τω Θεανθρωπίνω Αυτού Σώματι η Εκκλησία είναι μία και μοναδική, όπως ο Θεάνθρωπος, ο Χριστός, είναι Ένας και Μοναδικός. Δι’ αυτόν τον λόγον διαίρεσις, σχίσμα της Εκκλησίας είναι πρωτίστως ένα πράγμα οντολογικώς αδύνατον.

Δεν υπήρξε ποτέ διαίρεσις της Εκκλησίας, και δεν είναι δυνατόν να υπάρξη, πλην υπήρξε και θα υπάρξη έκπτωσις εκ της Εκκλησίας, κατά τον τρόπον, πού πίπτουν τα ξερά και άγονα κλήματα από την Θεανθρωπίνην και αιωνίως Ζώσαν Άμπελον, που είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός (Ιω. 13,16).

Κατά καιρούς απεσπάσθησαν και εξεβλήθησαν από την μοναδικήν αδιαίρετον Εκκλησίαν οι αιρετικοί και σχισματικοί, οι οποίοι έκτοτε έπαψαν να αποτελούν μέλη της Εκκλησίας και μέρη του Θεανθρωπίνου σώματός Της. Έτσι έχουν κατ' αρχήν αποκοπεί οι Γνωστικοί, κατόπιν οι Αρειανοί, κατόπιν οι Πνευματομάχοι, κατόπιν οι Μονοφυσίται, κατόπιν οι Εικονομάχοι, κατόπιν οι Ρωμαιοκαθολικοί, κατόπιν οι Προτεστάνται, κατόπιν οι Ουνίται και εν συνεχεία όλα τα άλλα μέλη των αιρετικών και σχισματικών λεγεώνων».

[Ιουστίνου Πόποβιτς, «Δογματική της Ορθοδόξου Εκκλησίας», (Γαλλική μετάφραση) Τόμος 4ος, σελ. 181, Lausanne 1995 - Αναδημοσιεύτηκε στον «Ορθόδοξο Τύπο» στις 29/6/2007].
__________________________________________________

«Εις την ιστορίαν του ανθρωπίνου γένους υπάρχουν τρεις κυρίως πτώσεις : Του Αδάμ, του Ιούδα και του Πάπα.

[…] Το δόγμα περί αλαθήτου του Πάπα είναι όχι μόνον αίρεσις αλλά παναίρεσις. Διότι καμία αίρεσις δεν εξηγέρθη τόσο ριζοσπαστικώς και τόσον ολοκληρωτικώς κατά του Θεανθρώπου Χριστού και της Εκκλησίας Του, ως έπραξε τούτο ο παπισμός δια του αλαθήτου του Πάπα-ανθρώπου. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Το δόγμα αυτό είναι αίρεσις των αιρέσεων, μία άνευ προηγουμένου ανταρσία κατά του Θεανθρώπου Χριστού».

[Ιουστίνου Πόποβιτς, «Άνθρωπος και Θεάνθρωπος», εκδόσεις “Αστήρ”, Αθήνα 1970, σελ. 141-162].