Κυριακή, 4 Μαΐου 2008

Τα ιερά λείψαvα

π ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ

Πιστεύουμε πώς το σώμα τού ανθρώπου, πού προσλαμβάνεται στην Εκκλησία, γίνεται δοχείο της άκτιστης θείας ενέργειας χριστοφόρο και πνευματοφόρο: «ουκ οίδατε ότι τα σώματα υμών μέλη Χριστού εστίν; ή ουκ oίδατε ότι το σώμα υμών ναός τού εν υμίν Αγίου Πνεύματος εστίν, ου έχετε από Θεού, και ουκ έστέ έαυτών;... δοξάσατε τον Θεόν εν τω σώματι υμών και εν τω πνεύματι υμών, ατινά εστί του Θεού» (Α' Κορ. στ' 15-20). «Αυτός δε ο Θεός της ειρήνης αγιάσω υμάς ολοτελείς, και ολόκληρον υμών το πνεύμα και η ψυχή καί τό σώμα αμέμπτως εν τη παρουσία τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού τηρηθείη. Πιστός ο καλόν υμάς, ος και ποιήσει» (Α' Θεσ. ε' 23-24).

Το ανθρώπινο σώμα εξυψώνεται μέσα στην Εκκλησία και έχει αιώνιο προορισμό. Ο Χριστός θα «μετασχηματίσει», δηλαδή θα μεταμορφώσει το ταπεινό μας σώμα, ώστε να γίνει «σύμμορφον τω σώματι της δόξης αυτού», να λάβει την ίδια μορφή προς το ένδοξο σώμα τού Κυρίου και αυτό θα γίνει κατά τη δευτέρα παρουσία, «με την ενέργειαν, με την οποία δύναται και να υποτάξει τα πάντα εις τον εαυτόν Του» (Φιλιπ. γ' 21).

Η δόξα των αγίων λειψάνων αποτελεί προεικόνιση αυτής της νέας, της δοξασμένης κατάστασης του σώματος. Η τιμή πού αποδίδεται σ' αυτά στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί ακόμη μαρτυρία της πίστης μας στην καθολική δόξα του ανθρώπου (Α' Θεσ. ε' 23-24).

Η αγιαστική χάρη εκφράζεται στα ιερά λείψανα με ευωδία, για την οποία κάνει λόγο η αγία Γραφή (Β' Κορ. β' 15. Πρβλ Ήσ. ξστ' 14) και επιτελεί θαύματα (Δ/Β' Βασιλ ιγ' 20-21).

Η ίδια χάρη μεταδίδεται στα αντικείμενα, τα όποια έρχονται σε επαφή με το σώμα των αγίων, με αποτέλεσμα τη θαυματουργία (Δ/Β' Βασιλ β' 8-14. Μαθ. θ' 20-22. Μάρκ. στ' 13. Πράξ. ιθ' 12).

Με βάση την καταγωγή μας από τον Αδάμ βρισκόμαστε σε διάσταση με τη δημιουργία του Θεού (Γέν. γ' 17-19), όμως ο άνθρωπoς της χάριτος του Θεού ακτινοβολεί ειρήνη και μεταδίδει ευλογία, ακόμη και με τη σκιά του (Πράξ. ε' 15-16).

Ο ίδιος ο Θεός λοιπόν τιμά τα λείψανα των αγίων ανθρώπων και τα εμποτίζει με την άκτιστη θεία Του χάρη. Γι' αυτό και η Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδει τιμή σ' αυτά και τα θέτει κάτω από το ιερό θυσιαστήριο (Έβρ. ιγ' 10), μιμούμενη στο θέμα αυτό το ουράνιο, το αχειροποίητο θυσιαστήριο (Άποκ. στ' 9), γιατί τα δικά μας θυσιαστήρια, είναι «αντίτυπα των αληθινών», δηλαδή εκείνου του ουράνιου θυσιαστηρίου (Έβρ. θ' 24).

Η πρώτη 'Εκκλησία τιμούσε τα ιερά λείψανα. Το Μαρτύριο του αγίου Πολυκάρπου (†56) μας πληροφορεί πώς θεωρούνταν «τιμιότερα λίθων πολυτελών και δοκιμώτερα υπέρ χρυσίον» (Μαρτ. Πολυκ.18). Οι πιστοί συναθροίζονταν στους τάφους των μαρτύρων, για να τελέσουν τη θεία ευχαριστία και να γιορτάσουν τη μνήμη των αγίων. Αυτό μεταδόθηκε στη μετέπειτα εποχή, δεν υπάρχει μαρτυρία πού να μας πληροφορεί πώς η τιμή των αγίων λειψάνων δεν ήταν καθολικά αποδεκτή.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (329-390) υπογραμμίζει τα πολλά θαύματα πού γίνονταν με τα τίμια λείψανα του αγίου Κυπριανού, «όταν υπάρχει η πίστις», λέγει και προσθέτει πώς αυτό το γνωρίζουν «όσοι έλαβαν πείραν και έχουν μεταδώσει το θαύμα και εις ημάς και θα το παραδώσουν και εις το μέλλον» (Λόγος κδ' 18, εις τον αγιον Κυπρ.).

Στον πρώτο στηλιτευτικό του λόγο κατά του Ιουλιανού, ο Γρηγόριος αναφέρει για τούς αγίους: «αυτών είναι αι μεγάλαι τιμαί και πανηγύρεις. Από αυτούς οι δαίμονες φυγαδεύονται και αι νόσοι θεραπεύονται.. αυτών τα σώματα μόνα έχουν την ιδίαν δύναμιν με τας αγίας ψυχάς των, είτε εφαπτόμενα είτε τιμώμενα. Αυτών και αι ρανίδες μόνο αίματος και μικρά αντικείμενα του πάθους των ενεργούν όσα και τα σώματα» (Γρηγ. Θεολ, Λόγος δ' 69).

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος υπογραμμίζει ότι ακόμη και ο αυτοκράτορας, «ο την αλουργίδα περικείμενος» σπεύδει να προσκυνήσει τούς τάφους των αγίων και «έστηκε δεόμενος των αγίων», δηλαδή προσεύχεται στους αγίους «ώστε αυτού προστήναι παρά τω Θεώ», για να σταθούν υπέρ αυτού ενώπιον του Θεού (Χρυσ., Ύπόμν. εις Β' Κορ., Λόγ. κστ' 5).

Ο ίδιος άγιος, εκφράζοντας την πίστη της Εκκλησίας προτρέπει: «επιχωρίαζε σηκοίς μαρτύρων, όπου σώματος υγεία και ψυχής ωφέλεια», δηλαδή να επισκέπτεσαι τους ναούς των μαρτύρων, όπου θα βρεις την υγεία του σώματος και την ωφελεία της ψυχής (Χρυσ., Ύπόμν. Εις Ματθ., Λόγ. λζ' 7). Σε άλλη ομιλία προτρέπει τούς χριστιανούς να πηγαίνουν «εις ευκτηρίους οίκους, και προς τας των αγίων μαρτύρων θήκας», δηλαδή στους οίκους της προσευχής και στις λειψανοθήκες των αγίων, «ώστε αφού λάβω με την ευλογία των, να καταστήσομε τούς εαυτούς μας ακαταβλήτους εις τας παγίδας του διαβόλου» (Εις Γέν., ΌμιΛ. ιε' 6). «Τα οστά των αγίων υποτάσσουν δαίμονας και βασανίζουν, και ελευθερώνουν όσους έχουν δεθεί από τα πικρότατα εκείνα δεσμά» (Χρυσ. Ύπόμν. Εις Β' Κορ., Λόγ. κστ' 5).

Σύμφωνα με την πίστη της πρώτης Εκκλησίας η θεία χάρη μεταδίδεται σε καθετί πού βρίσκεται σε επαφή με τούς αγίους: «Ακόμη και τα ενδύματα των αγίων είναι σεβαστά σε όλη την κτίση», αναφέρει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και μνημονεύει τη μηλωτή του Ηλία (Δ/Β' Βασιλ. β' 8-14), τα υποδήματα των τριών παίδων, πού κατανίκησαν τη φωτιά (Δαν. γ' 27-28), τη ράβδο του Μωυσή πού έκανε τόσα θαύματα, τα ενδύματα του Παύλου (Πράξ. ιθ' 11-12), τη σκιά του Πέτρου (Πράξ. ε' 12-16) κ.α. (Χρυσ., προς τούς ανδριάντας όμιΛ. η' 2).

Ο άγιος Βασίλειος μας πληροφορεί πώς το τίμιο λείψανο της αγίας Ιουλίττας αγιάζει την πόλη και όσους προσέρχονται στον ναό, «η δε γη, η οποία με την εκδημία της μακαρίας εδέχθη τας ευλογίας, ανέβλυσεν από τα σπλάγχνα της αγίασμα πού είναι «εις τούς υγιείς φυλακτήριον και χορηγία τέρψεως» και στους αρρώστους «παρηγορία» (Μ. Βασ., όμιΛ. 2 εις την μάρτ. Ιουλ. 2).

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδουμε στα άγια λείψανα τιμή και ευλαβική προσκύνηση, η οποία, όπως αναφέραμε και στην περίπτωση των αγίων δεν αποτελεί λατρευτική προσκύνηση ή λατρεία. Τούτο γιατί κανείς ποτέ ορθόδοξος χριστιανός δεν ταύτισε στη σκέψη του τα τίμια λείψανα με «θεούς».

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

κ. Εδμόνδου Βαλμά

Σε πολλά δημοσιεύματα νεοειδωλολατρικών έντυπων παρατηρείται τον τελευταίο καιρό έντονο αντιχριστιανικό και αντιεκκλησιαστικό περιεχόμενο. Τα δημοσιεύματα αυτά αναφέρονται σε δύο κυρίως θέματα: α) Ο Ελληνισμός είχε τους δικούς του θεούς και επομένως δεν έχει ανάγκη από ξένη προς αυτόν ιερά ιστορία και β) πρέπει να αποβληθεί τουλάχιστον η Παλαιά Διαθήκη από τη θρησκευτική διδασκαλία των νέων στα σχολεία, γιατί κατά τη γνώμη τους η Παλαιά Διαθήκη είναι η θρησκεία και η ιστορία των Εβραίων.
Δεν θεωρούμε ασφαλώς σοβαρό το «επιχείρημα» ότι ο Ελληνισμός είχε θεούς (το δωδεκάθεο του Ολύμπου με όλους τους μικροθεούς και ημιθέους) γι αυτό δεν θ' ασχοληθούμε και πάλι με το θέμα αυτό. Οι αναγνώστες του περιοδικού «Διάλογος» θα έχουν διαβάσει ανάλογα άρθρα συνεργατών της Π. Ε. Γ. όπου επισημαίνονται ότι διαπρεπείς αρχαίοι έλληνες συγγραφείς και φιλόσοφοι κατεδίκασαν, όχι χωρίς κινδύνους, την λατρεία των ειδώλων και την πολυθεΐα. Αργότερα μεγάλοι Άγιοι της Εκκλησίας μας, όπως ο Άγιος Αθανάσιος, επεσήμαναν τον παραλογισμό να λατρεύει κανείς τα κτίσματα και όχι τον κτίσαντα.

Είναι βέβαιο γεγονός ότι οι προγονοί μας εν αντιθέσει με άλλους αρχαίους λαούς που οι θεοί τους παρουσίαζαν αποκρουστικά και ζωώδη μορφώματα, εξεδήλωσαν την αναζήτηση του θείου και τη θεοσέβεια τους με καλλιτεχνικά δημιουργήματα που εκπλήσσουν ακόμη και σήμερα, αριστουργήματα όντως τέχνης και απεικόνισης. Κατασκεύασε για τους θεούς του περίτεχνους και λαμπρούς ναούς, βωμούς και μαντεία που θαυμάζονται και θα θαυμάζονται εις τον αιώνα. Οι θεοί των αρχαίων μας προγόνων απεικονίζονταν με ανατομικές ομοιότητες προς τον άνθρωπο, αλλά και με ψυχικά προτερήματα και ελαττώματα όμοια προς αυτόν και ευρίσκονταν αυτές οι ανθρωπομορφικές θεότητες σε ένα νοητό χώρο και κόσμο (Όλυμπος, θάλασσα, νησιά, λίμνες, ποτάμια).

Όμως οι πρόγονοί μας, που υπήρξαν πρωτοπόροι στην επιστήμη, στην τέχνη, στα γράμματα και τη σοφία και συνετέλεσαν τα μέγιστα στην πολιτιστική πρόοδο της ανθρωπότητας, δεν έπαψαν ποτέ ν' αναζητούν την αλήθεια ως προς το Δημιουργό και τη Δημιουργία του κόσμου. Και γι αυτό πρώτοι και καλύτεροι εδέχθησαν το Ευαγγέλιο της Σωτηρίας του Ιησού Χριστού. Η νέα θρησκεία δεν επεβλήθη δια της βίας. Έγινε αποδεκτή με ελευθέρα βούληση.
Ένας άλλος λαός ο Ιουδαϊκός που κατοικούσε στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου είχε το προνόμιο να δεχθεί εξ αποκαλύψεως και να τιμά με ταπεινό φρόνημα τον Ένα, Μόνο, Αληθινό Προσωπικό Θεό. Ο Αληθινός θεός Δημιουργός, ο θεός του Ισραήλ παρέδωσε Διαθήκη μέσω των προφητών του που απετέλεσε την Αγία Γραφή, την Ιερά Βίβλο, όπου ιστορείται η πορεία του λαού αυτού μέσω των επεμβάσεων του Αληθινού θεού προς την απολύτρωσιν με την έλευση του Ιησού Χριστού. Επεμβαίνει ο Θεός, αλλά και ο άνθρωπος είναι πτωτικός και παρουσιάζει αρνήσεις και αμαρτωλή ακραία συμπεριφορά πολλές φορές.

Και η χειρίστη συμπεριφορά του περιούσιου λαού του Θεού, αν και οι προφήτες προφήτευσαν την έλευση του Σωτήρος Χριστού, είναι ότι δεν εδέχθηκαν τον ενανθρωπήσαντα, ανάμεσα τους, Υιόν και Λόγον του Θεού και παρέμειναν αποκλειστικά και μόνο στην διδασκαλία της Παλαιάς Διαθήκης.
Η διδασκαλία του Ιησού Χριστού είναι το Ευαγγέλιο της σωτηρίας και της λύτρωσης του άνθρωπου και μαζί με τις «Πράξεις των Αποστόλων» και τις «Επιστολές» τους, αποτελεί την Καινή Διαθήκη. Η Καινή Διαθήκη αποτελεί συνέχεια της Παλαιάς και δεν μπορεί να υπάρξει αυτοτελώς. Ο Χριστός διακήρυξε ότι δεν ήλθε να καταλύσει το νόμο, αλλά να τον συμπληρώσει. Επομένως η Παλαιά Διαθήκη για τον Χριστιανό δεν είναι η θρησκεία των Εβραίων και η ιστορία του ιουδαϊκού λαού, αλλά η αποκάλυψη του Αληθινού Θεού που οικονομεί μέσω επεμβάσεών Του τη σωτηρία του Ανθρώπου. Ο Δεκάλογος π. χ. με την έλευση του Χριστού δεν καταργήθηκε, αλλά αποτελεί στοιχείο της χριστιανικής κατήχησης. Ο Χριστιανισμός παρέλαβε την Παλαιά Διαθήκη την οποία ερμήνευσε η Καινή Διαθήκη. Οπότε και οι δύο Διαθήκες μαζί συναποτελούν αναπόσπαστα την Αγία Γραφή. Αποτελεί επομένως παραχάραξη της αληθινής ιστορίας η ταύτιση του Χριστιανισμού με την θρησκεία των Εβραίων. Κάθε δε προσπάθεια «πισωγυρίσματος» σε παλαιές δοξασίες, που έχουν έντονα και έμπρακτα αποδοκιμαστεί παγκόσμια, είναι όχι μόνο ουτοπική, αλλά και παρανοϊκή.



ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΕΥΧΟΣ 27 2002

"ΔΟΣ ΜΟΙ ΤΟΥΤΟΝ ΤΟΝ ΞΕΝΟΝ"

. Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, επισκέφθηκε τον Πιλάτο και εζήτησε τό πανακήρατο Σώμα του Χριστού, που ακόμη ήταν επάνω στο Σταυρό, για να το ενταφιάσει. Ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου, παίρνοντας αφορμή από την ευαγγελική διήγηση, συνθέτει μιά υπέροχη ομιλία, όπου εμφανίζει τόν Ιωσήφ να λέγει προς τον Πιλάτο: "δός μοι τούτον τόν Ξένον".
Ο αγ. Επιφάνιος φαντάζεται τον Ιωσήφ την ώρα, που προσέρχεται προς τον Πιλάτο για να ζητήση το πανακήρατο Σώμα του Ιησού προς ενταφιασμό, και βάζει στο στόμα του τα εξής υπέροχα λόγια:
«Αλλά τι; Αίτησίν τινα οικτράν, ω κριτά, και τοις πάσι μικράν αιτούμενος προς σε παραγέγονα· δος μοι νεκρόν προς ταφήν το σώμα εκείνου, του παρά σου κατακριθέντος Ιησού του Ναζωραίου, Ιησού του πτωχού, Ιησού του αοίκου, Ιησού του γυμνού, Ιησού του ευτελούς, Ιησού του τέκτονος υιού, Ιησού του δεσμίου, Ιησού του αιθρίου, Ιησού του ξένου και επί ξένοις αγνωρίστου και ευκαταφρονήτου και επί πάσι κρεμαμένου. Δος μοι τούτον τον ξένον· τι γαρ σε λοιπόν ωφελεί το σώμα αυτού; Δος μοι τούτον τον ξένον· εκ μακράς γαρ ήλθε της χώρας ώδε, ίνα σώση τον ξένον. Δος μοι τούτον τον ξένον· κατήλθε γαρ εις γην σκοτεινήν ανενέγκαι τον ξένον. Δος μοι τούτον τον ξένον· αυτός γαρ και μόνος υπάρχει ξένος. Δος μοι τούτον τον ξένον, ούτινος την χώραν αγνοούμεν οι ξένοι. Δος μοι τούτον τον ξένον, ούτινος τον Πατέρα αγνο-ούμεν οι ξένοι. Δος μοι τούτον τον ξένον, ούτινος τον το-πον και τον τόκον και τον τρόπον αγνοούμεν οι ξένοι. Δος μοι τούτον τον ξένον, τον ξένην ζωήν και βίον ζήσαντα επί ξένης. Δος μοι τούτον τον ξένον, τον μη έχοντα ώδε που την κεφαλήν κλίνη. Δος μοι τούτον τον ξένον, τον ως ξένον επί ξένης άοικον και επί φάτνης τεχθέντα. Δος μοι τούτον τον ξένον, τον εξ αυτής της φάτνης ως ξένον εξ Ηρώδου φυγόντα. Δος μοι τούτον τον ξένον, τον εξ αυτών των σπαργάνων εν Αιγύπτω ξενωθέντα. Δος μοι τούτον τον ξένον, τον ου πόλιν, ου κώμην, ουκ οίκον, ου μονήν, ου συγγενή, επ’ αλλοδαπής δε χώρας την οίκησιν έχοντα και τα πάντα κατέχοντα».
Περισσότερο «Ξένος» από όλους μας, από όλους τους ανθρώπους όλων των εποχών και όλων των αιώνων υπήρξεν ο Χριστός μας. Το κακό είναι ότι ακόμη και σήμερα για πολλούς παραμένει ξένος και άγνωστος!