Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2008

Η ΑΙΡΕΣΗ ΤΩΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΙΑΝΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Η κίνηση των πεντηκοστιανών έφθασε στη χώρα μας κατά τη δεκαετία του 1920. Πρώτος «ιεραπόστολος» ήταν ο Ελληνοαμερικανός Δημήτριος Κατρισιώτης από τα Βάγια Θηβών. Το 1922 μετανάστευσε στην Αμερική και το 1923 προσχώρησε σε πεντηκοστιανή Εκκλησία της Ινδιάνας. Το 1924 επέστρεψε στα Βάγια και μαζί με τον Αμερικανό Κώστα Μαλον και τον Τσέλο πραγματοποίησαν περιοδείες σε διάφορα σημεία της χώρας. Το 1939 έλαβαν από το Υπουργείο Παιδείας άδεια ευκτήριου Οίκου για τα Βάγια.


Εξάλλου το 1929/30 έφθασαν στην Ελλάδα σαν ιεραπόστολοι της «Αρχέγονης Αποστολικής Εκκλησίας της Πεντηκοστής» (Καλιφόρνια), ο Χαράλαμπος Μάμαλης, ο Ιάκωβος Τσησιμάνης και, αργότερα, ο Αριστοκλής Δικιυόπουλος. Ή εκκλησία αύτη ανήκε στην Assemblies of Gοd/Springfield. Σχεδόν ταυτόχρονα ήλθε και ο Μιχάλης Κούννας, ο οποίος όμως εστάλη από την «Εκκλησία του Θεού της Προφητείας». Το 1934 ακολούθησε η άφιξη του Σπύρου Κωνσταντινίδη, φίλου του Μιχάλη Κούννα.


Στη δεκαετία του 1980 το ενδιαφέρον των διαφόρων αμερικανικών πεντηκοστιανών ομάδων για την Ελλάδα αυξάνεται. Καταφτάνουν εδώ εκπρόσωποι παρατάξεων πού δεν εκπροσωπούνται, ούτε είναι ακόμη γνωστές στη χώρα μας και αναπτύσσουν δραστηριότητα με σκοπό τη δημιουργία κοινοτήτων. Άλλοτε πάλι διορίζουν συμπολίτες μας εκπροσώπους, κυρίως προερχόμενους από ευαγγελικούς κύκλους, οι οποίοι αναλαμβάνουν να εργασθούν για τις ομάδες αυτές. Σ' αύτη την περίπτωση καταβάλλεται σε αυτούς ανάλογη μηνιαία αποζημίωση και αναλαμβάνονται όλα τα έξοδα λειτουργίας της «ιεραποστολής».


Είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε τις διασυνδέσεις της κάθε ομάδας. Τούτο γιατί σημειώνoνται συνεχώς μεταβολές. Κοινότητες πού άνηκαν σε μια «μητρική εκκλησία» μεταπηδούν σε άλλη ή ανεξαρτητοποιούνται. Ποιμένες αλλάζουν δικαιοδοσίες. Γι' αυτό και τα στοιχεία πού παραθέτουμε μπορεί να μη ισχύουν πλέον για ορισμένες ομάδες, επειδή δεν είναι απόλυτα εκσυγχρονισμένα και υπόκεινται σε καθημερινές μεταβολές.





Αποστολική Εκκλησία της Πεντηκοστής




Η ομάδα αύτη είναι καρπός κοινών προσπαθειών των πρώτων πεντηκοστιανών «ιεραποστόλων» από την Αμερική. Συγκροτήθηκε στο σπίτι της μητέρας του Σπύρου Kωνσταντινίδη, πριν ο ίδιος επιστρέψει στην Ελλάδα. Η Kωνσταvτινίδoυ παρεχώρησε στη νέα κοινότητα τον απαραίτητο χώρο για την οικοδομή αίθουσας συναθροίσεων.


Η ομάδα αύτη αναγνωρίσθηκε από το Υπουργείο Παιδείας με την ονομασία «Αποστολική Εκκλησία της Πεντηκοστής» και ποιμένα τον Μιχάλη Κούννα. Όταν όμως αυτός έφυγε για την Κύπρο (1939), έγινε ποιμένας ο Σπύρος Κωνσταvτινίδης, ο οποίος τελικά αποχώρησε από αύτη την ομάδα, συνδέθηκε με την «Εκκλησία του Θεού / Κλήβελαvτ» και αφαίρεσε από την κοινότητα την αίθουσα. Τότε η «Αποστολική Εκκλησία της Πεντηκοστής» με τον Χ. Μάμαλη μετακόμισε στην οδό Αιόλου 43.


Ο Θ. Δημητριάδης αποδίδει το χωρισμό σε προσωπικές φιλοδοξίες: «Τότε (δηλαδή όταν η ομάδα αναγνωρίσθηκε από το Υπουργείο) οι αδελφοί μας αυτοί, φιλoδoξώντας ο καθένας να ονομάσει την εκκλησία του με το όνομα της εκκλησίας της ιεραποστολικής οργάνωσης πού ανήκε, δεν συμφώνησαν, οπότε επήλθε ρήξη και διάσπαση» (Δημητριάδη, 42).

Το 1948 η «Αποστολική Εκκλησία της Πεντηκοστής» ενισχύθηκε με την αποστολή από το Μισούρι (Σύναξη Θεού / Springfield) της «ιεραποστόλου» Μαίρης Ορφανού. Όμως το 1951 ο Χ. Μάμαλης ασθένησε και αναχώρησε για την Αμερική, αφήνoντας αντικαταστάτη τον Ευάγγελο Φωτίου. Η ανάμιξη της Μαίρης Ορφανού στα καθήκοντα του ποιμένα έγινε φαίνεται αφορμή διένεξης, με αποτέλεσμα να αποχωρήσει ο Φωτίου. Νέος ποιμένας ανέλαβε ο Έμμανουήλ Δεληγιάννης από τη Ρουμανία. Αλλά το 1956 αναχώρησε για την Αμερική και στη θέση του ποιμένα τον διαδέχθηκε ο Λεωνίδας Φέγγος.


Όπως ανέφερε σε προφορική συζήτηση ο Λ. Φέγγος, το 1965 η «Σύναξη του Θεού / Springfield» ζήτησε από τον ποιμένα και τα μέλη της κοινότητας να υπογράψουν δήλωση υποταγής στο αμερικανικό κέντρο. Αυτό έγινε αιτία να αποχωρήσει από την κίνηση ο Φέγγος με 120 άλλα άτομα και να ιδρυθεί η «Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία της Πεντηκοστής».


Η «Αποστολική Εκκλησία της Πεντηκοστής» επεκτάθηκε και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Η πιο σημαντική κοινότητα σχηματίσθηκε στη Σεβαστή Πιερίας, πού ονομάσθηκε από τούς πεντηκοστιανούς και «κολυμβήθρα του Αγίου Πνεύματος». Η επιτυχία αύτη οφείλεται στον Αριστοκλή Δικτυόπουλο, ο οποίος προσκλήθηκε από τον Α. Λαζαρίδη, ποιμένα της εκεί Ευαγγελικής Εκκλησίας, να κηρύξει, χωρίς όμως ο Λαζαρίδης να γνωρίζει πώς πρόκειται για πεντηκοστιανό (1934).

Στη Θεσσαλονίκη έφθασε κατ' αρχήν ο Χαράλαμπος Μάμαλης και μετέστρεψε τον Θεόδωρο Ν. Δημητριάδη, μέλος της εκεί Ευαγγελικής Εκκλησίας. Δημιουργήθηκε το σωματείο «Ο Ευαγγελικός Αγών» με πρόεδρο τον Δικτυόπουλο και το 1939 ιδρύθηκε ευκτήριος οίκος με την ονομασία «Αποστολική Εκκλησία της Πεντηκοστής» και ποιμένα τον Αγαμέμνονα Αναγνωστόπουλο, ο οποίος όμως αργότερα επέστρεψε στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Τελικά η συνάθροιση αύτη διαλύθηκε. Όμως η προσπάθεια συνεχίσθηκε από τον Θεόδωρο Δημητριάδη, ο οποίος με την ενίσχυση Σουηδών «ιεραποστόλων» κατόρθωσε να αγοράσει αίθουσα (Μενελάου 4) και να συγκροτήσει νέα κοινότητα, την οποία οργάνωσε ο γιος του Γιάννης Δημητριάδης, πού σπούδασε ειδικά γι' αυτό τον σκοπό σε Βιβλικό Σχολείο της Ελβετίας.

Στη Θεσσαλονίκη Οργανώθηκαν «Βιβλικά Μαθήματα» από τούς Σουηδούς «ιεραπόστολους» Tage Soberg και Alvar Blogrn. Το 1957 ο Δημητριάδης ανέλαβε ειδική εκπομπή στο ραδιοφωνικό σταθμό IBRA από την Ταγγέρη Αφρικής και αργότερα από τη Λισσαβόνα Πορτογαλίας. Μ' Αυτό τον τρόπο η δραστηριότητα της ομάδας αυτής επεκτάθηκε.
Στο μεταξύ ο Γιάννης Δημητριάδης ανεξαρτητοποιήθηκε και ίδρυσε δική του κοινότητα (Σκρα 4). Στη Θεσσαλονίκη ιδρύθηκε και δεύτερη κοινότητα από τον Γ. Κρίσιλα, όμως το 1982 ο Κρίσιλας ανεξαρτητοποιήθηκε και ίδρυσε την «Ελληνική Αποστολική Εκκλησία», για να δηλώσει πώς έπαυσε να εξαρτάται από το αμερικανικό κέντρο της ομάδας.


Τον ίδιο δρόμο ακολούθησε και ο Φιλόλογος Σιδηρόπουλος, ίδρυσε την «Αποστολική Εκκλησία του Χριστού» (Θεσσαλονίκη).
Η κίνηση επεκτάθηκε και στην Κρήτη, με πρωτοβουλία του Πάνου Ζαχαρίου, ο οποίος προσχώρησε το 1948 και ίδρυσε μικρή ομάδα, πού συναθροιζόταν στο σπίτι του. Το 1952 έλαβε από το Υπουργείο Παιδείας άδεια ευκτήριου οίκου.

Δραστηριότητες

Οι δραστηριότητες της κίνησης κατευθύνονται από διάφορους φορείς. Σ' αυτήν ανήκει το «Κέντρο Ευαγγελισμού και Χριστιανικής Μορφώσεως Σύναξις του Θεού'; », το «Διεθνές Ινστιτούτο δι' Αλληλογραφίας», το «Βιβλικά Μαθήματα», το «Τηλευάγγελμα» και η κίνηση «Πρόκληση στα Νιάτα»(Teen Challenge).


Το σωματείο «Σύναξις του Θεού» στεγάστηκε στην αρχή στην οδό Αίολου 70. Το σωματείο ονομάζεται «Κέντρο Ευαγγελισμού και Χριστιανικής Μορφώσεως» και διακηρύσσει πώς είναι υπερομολογιακό και ότι κηρύττει τη σωτηρία απ' ευθείας από τον Χριστό: «Ούτε η Ρωμαιοκαθολική ούτε η Ανατολική Ορθόδοξη, ούτε η Διαμαρτυρόμενη εκκλησία μπορεί να σώσει την ψυχή... καμία εκκλησία δεν μπορεί να σώσει, άλλά ο Ιησούς ΧΡΙΣΤΌΣ... τον δέχεσθε λοιπόν σα σωτήρα σας; Ναι, τον δεχόμαστε. Ω! πόσο ευχαριστώ το Θεό!» (Ποια εκκλησία σώζει; - δίπτυχο).


Εκτός από τα φυλλάδια πού εκδίδονται από το σωματείο «Σύναξις τού Θεού», η κίνηση χρησιμοποιεί και έντυπα, πού δεν έχουν καμία ένδειξη για την προέλευσή τους, ή μόνο μία ταχυδρομική θυρίδα (π.χ. Τ.Θ 241 Θεσσαλονίκη ή Τ.Θ 906 Αθήναι Τ.Θ 4158, 10210 Αθήναι), κάποια αρχικά (Ι.Θ.Δ. κ.ο.κ) ή κάποιο όνομα (π.χ. Χρ. Οικονόμου). Σ' αυτά τα έντυπα, πού χρησιμοποιούνται και από άλλες πεντηκοστιανές ομάδες, αναγράφεται σε πρόσθετη σφραγίδα ο τίτλος της «εκκλησίας» και το πρόγραμμα συναθροίσεων.


Η χρησιμοποίηση τέτοιων εντύπων, πού μερικές φορές προέρχονται από κύκλους πού δεν συμμερίζονται κατά πάντα τη διδαχή της ομάδας αυτής, φέρει σύγχυση και δυσκολεύει την εξακρίβωση της δογματικής της διδασκαλίας σε βασικά θέματα, όπως είναι η εκκλησιολογία. Ενώ η ομάδα αυτή διακηρύσσει πώς για τη σωτηρία δεν είναι απαραίτητο το «βάπτισμα τού Αγίου Πνεύματος», διανέμει έντυπα άλλων ομάδων, πού υποστηρίζουν το αντίθετο.


Άλλες δραστηριότητες πού έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με την κίνηση είναι το σωματείο «Φίλοι Θρησκευτικής Μουσικής» (Ι. Βουρλιώτης, 1974) το οποίο έχει «υπερδογματικό χαρακτήρα» (Μικτή Χορωδία Θρησκευτικής Μουσικής) και η «Διεθνής ιεραποστολή δια τούς διωκόμενους Χριστιανούς» (Θράκης 15), πού ιδρύθηκε από τον Ρουμάνο πρόσφυγα Richard Wubraud και εκδίδει το Δελτίο «Η κραυγή της διωκόμενης εκκλησίας».
Η Οργάνωση «Πρόκληση στα Νιάτα» (Teen Challenge) ιδρύθηκε το 1960 από τον κήρυκα της «Αποστολικής Εκκλησίας της Πεντηκοστής» David Wilkerson με στόχο τον ευαγγελισμό παραστρατημένων νέων. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιούνται ελεύθεροι χώροι, καφετερίες, οργανώνονται προσωπικές συζητήσεις σε νοσοκομεία, Φυλακές, Φεστιβάλ (Jesus Festival).

Διδασκαλία

Σύμφωνα με τη διδαχή αυτής της ομάδας η σωτηρία προϋποθέτει πίστη και μετάνοια (μεταστροφή) και συντελείται τη στιγμή ακριβώς πού κάποιος θα το ζητήσει από τον Θεό (αναγέννηση). «Δέξου τον Ιησού Χριστό σαν προσωπικό σου Κύριο και σωτήρα. Μετανόησε για το αμαρτωλό παρελθόν σου και κάνε με ειλικρίνεια την ακόλουθη προσευχή: Πατέρα μου ουράνιε... συγχώρεσέ με... καθάρισέ με, πλήρωσέ με, με το άγιό σου Πνεύμα... Ευχαριστώ πού με έσωσες...';» (Οι τελευταίες ημέρες τού ανθρώπου στη Γη, είσαι έτοιμος; - φυλλάδιο).


Η ομάδα αυτή αναμένει την «αρπαγή» της «εκκλησίας των αναγεννημένων», Για τούς «Γάμους τού Αρνίου». Βασικά διδάσκει πώς στην εκκλησία ανήκουν όλοι οι «αναγεννημένοι», ανεξάρτητα σε ποια εκκλησία βρίσκονται. Έτσι στο φυλλάδιο πού κυκλοφορεί η «Σύναξη τού Θεού» με τίτλο «Ποια εκκλησία σώζει;», αναφέρεται:


- «Πρέπει άραγε να γίνουμε Διαμαρτυρόμενοι (Προτεστάντες), Για να σωθούμε;
- Όχι, βέβαια, φίλοι μου. Δεν θα έχανα τον καιρό μου να σας πείσω να γίνετε Διαμαρτυρόμενοι.
- Αλλά ούτε η Ρωμαιοκαθολική ή η Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύεις ότι μπορεί να μας σώσει, έτσι δεν είναι;
- Βεβαίως όχι.
-Τότε λοιπόν, εγώ είμαι Ρωμαιοκαθολικός και ο φίλος μου από δω μέλος της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, πού μας λες ότι καμία από αυτές δεν μπορεί να μας σώσει.
- Ναι.
- Και συ, πού είσαι Διαμαρτυρόμενος, δεν θέλεις να μας κάνεις κι εμάς Διαμαρτυρόμενους;
- Καθόλου. Ποτέ μου δεν ζήτησα από τούς Καθολικούς ή τούς Ορθόδοξους φίλους μου να γίνουν Διαμαρτυρόμενoι».
- «Ναι, αλλά σας επαναλαμβάνω, φίλοι μου, ότι ούτε η Ρωμαιοκαθολική ούτε η Ανατολική Ορθόδοξη ούτε η Διαμαρτυρόμενη εκκλησία μπορεί να σώσει την ψυχή.
- Μα τις λες τώρα;
- Ακούστε να δείτε. Καμία εκκλησία δεν μπορεί να σώσει, αλλά ο Ιησούς Χριστός.
- Ο Χριστός;
- Ναι φίλοι μου, σώζεται κανείς όχι από την εκκλησία, οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή, αλλά από ένα πρόσωπο, και το πρόσωπο αυτό είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Μονογενής Γιος του Θεού.
- Είναι δυνατόν αυτό; Και να σκεφτεί κανείς ότι δεν έχουμε ξανακούσει ποτέ κάτι τέτοιο!
- Βλέπεις λοιπόν ότι δεν σας ωφελούσε να γίνετε Διαμαρτυρόμενοι; Υπάρχουν χιλιάδες Διαμαρτυρόμενοι πού δεν είναι σωσμένοι, χιλιάδες πού είναι Χριστιανοί μόνο με το όνομα, πού δεν έχουν δεχτεί πραγματικά το Χριστό του χριστιανισμού».
- «Τότε λοιπόν τι πρέπει να κάνουμε;»
- Πίστευσον εις τον Κύριον Ιησού Χριστό και θέλεις σωθεί, (Πράξ. ιστ' 31), γιατί όσοι εδέχθησαν Αυτόν, εις αυτούς έδωκεν εξουσίαν να γίνωσι τέκνα Θεού (Ιω. α' 12).
- Αυτός όμως θα μας δεχτεί;
- Άκου τι λέει σχετικά: Τον ερχόμενον προς εμέ δεν θέλω εκβάλει έξω'; (Ίω. στ' 37).
- Ευχαριστούμε το Θεό!
- Ναι, αγαπητέ μου, ευχαρίστησε το Θεό, γιατί σε αγαπά. Ο Χριστός πέθανε για σένα, πήρε τις αμαρτίες σου πάνω στο σώμα Του στο σταυρό. Και τώρα σου προσφέρει σωτηρία».
«Φίλε μου, εσύ τι θα κάνεις; Κατάλαβες τώρα ότι ούτε ο Καθολικισμός ούτε ο Προτεσταντισμός ούτε η θρησκεία σου ή η εκκλησία σου μπορεί να σε σώσει, αλλά μόνο ο Χριστός; Θα τον δεχτείς λοιπόν σαν προσωπικό σου σωτήρα; Κάνε το, και κάνε το ΤΩΡΑ».


Εδώ η κίνηση ισχυρίζεται πώς ο καθένας πού θα δεχθεί τον Χριστό σωτήρα, σώζεται, ανεξάρτητα αν ανήκει στην εκκλησία των πεντηκοστιανών ή όχι, ανεξάρτητα δηλαδή αν αναγνωρίζει το «βάπτισμα του Αγίου Πνεύματος» σαν «ξεχωριστή χάρη» ή αν απορρίπτει τη διδαχή αύτη. Αρκεί να είναι «αναγεννημένος» με την έννοια πού εκλαμβάνεται ο όρος αυτός και στους ευαγγελικούς κύκλους.


Όμως ταυτόχρονα κυκλοφορεί φυλλάδια με τη σφραγίδα της, στα οποία το ζήτημα τίθεται διαφορετικά. Έτσι στο φυλλάδιο του Χρ. Οικονόμου, με τίτλο «Ο μεσιτεύων Χριστός βαπτίζει με το Πνεύμα το Άγιο και σήμερον», αναφέρεται πώς «μερικοί ανόητοι εις τας ήμερας μας μισούν τας γλώσσας του Αγίου Πνεύματος, και μας λέγουν ότι δεν χρειάζονται.. Οι τοιούτοι μας λέγουν ότι θέλουν αγάπην, και όχι ξένας γλώσσας... Όσοι μισούν τας γλώσσας μισούν το Πνεύμα το Άγιο. Οι τοιούτοι πολεμούν το βάπτισμα του Αγίου Πνεύματος, χωρίς να έχουν βάσεις. Μας λέγουν ότι ήτο μόνον δια τούς αποστολικούς χρόνους, και όχι δι' ημάς τώρα. Πλανώνται όσοι δεν ζητούν το πνεύμα το Άγιο, είναι ακάθαρτοι.. Ο Θεός όμως έχει ιδιατέραν τιμωρίαν δια τούς εχθρούς του Αγίου Πνεύματος».


Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε όλοι οι μη - πεντηκοστιανοί νέο-προτεστάντες πού ισχυρίζονται πώς η αναγέννηση είναι κάτι ξεχωριστό από το βάπτισμα με νερό και πώς έχουν λάβει αύτη την αναγέννηση, λογίζονται «εχθροί του Αγίου Πνεύματος», επειδή απορρίπτουν την γλωσσολαλιά και, φυσικά, το «βάπτισμα με Άγιο Πνεύμα» σαν χάρη ξεχωριστή από την «αναγέννηση». Σ' αύτη την περίπτωση η κίνηση διδάσκει πώς μόνο οι πεντηκοστιανοί ανήκουν στα «τέκνα του Θεού», στην «εκκλησία» πού θα «αρπαγεί» από τον Κύριο!

Φυσικά για τούς Ορθόδοξους και τούς Ρωμαιοκαθολικούς ή ακόμη και για τούς Λουθηρανούς δεν γίνεται λόγος, γιατί όλοι αυτοί ταυτίζουν την αναγέννηση με το βάπτισμα με νερό και, συνεπώς, γι' αύτη την ομάδα είναι «εχθροί του Αγίου Πνεύματος»!
Το φαινόμενο της γλωσσολαλιάς είναι απαραίτητη απόδειξη για το «βάπτισμα με Άγιο Πνεύμα», λέγει η κίνηση. Η ευχαριστία αποτελεί ανάμνηση. Η ειδική εξομολόγηση απορρίπτεται Το ευχέλαιο τελείται με λάδι σαν «σημείο υπακοής». Η ιεροσύνη απορρίπτεται.


Η κίνηση αναμένει την «αρπαγή της Εκκλησίας του Χριστού». Μετά την «αρπαγή» θα ακολουθήσουν επτά χρόνια μεγάλης θλίψης. Το Πνεύμα του Θεού θα εγκαταλείψει τον κόσμο και η εξουσία θα παραμείνει στον σατανά. Μετά 7 χρόνια εξουσίας, ο σατανάς θα δεθεί, ο Χριστός με την εκκλησία θα κατέλθει στο όρος των Ελαιών, το οποίο θα σχισθεί και θα μεταβληθεί σε πεδιάδα, θα ακολουθήσει η χιλιετής βασιλεία στη γη και η εκπλήρωση όλων των επαγγελιών.



Στο τέλος ο σατανάς θα λυθεί και με τούς στρατούς των εθνών θα επιτεθεί εναντίον της αγίας πόλης με αποτέλεσμα την επέμβαση του Θεού και την καταστροφή του σατανά, ο οποίος θα ριφθεί στην κόλαση του πυρός και του θείου. Θα ακολουθήσει η ανάσταση των αδίκων, η γενική κρίση, νέοι ουρανοί και νέα γη, η αιώνια βασιλεία και η αιώνια κόλαση.


Η κίνηση επιβάλλει στους οπαδούς της την καταβολή της «δεκάτης» (Θέματα 5, 1986,5).







Αποστολική Εκκλησία του Θεού



Με αυτό το όνομα δημιουργήθηκαν πρόσφατα (1988) δύο ομάδες, στη Ρόδο (Αγ. Νικολάου 2) και στο Κορινό Πιερίας (Απόστολος Χάρλας). Οι ομάδες αυτές σχηματίσθηκαν από μέλη της «Αποστολικής Εκκλησίας της Πεντηκοστής».

Στην «Ομολογία Πίστεως» της ομάδας του Κορινού αναφέρεται για το βάπτισμα με νερό ότι «αναπαριστάνει το θάνατο και την ανάσταση του πιστού σε νέα ζωή εν Xριστώ» και ότι με την ευχαριστία «θυμόμαστε τα παθήματα του Χριστού, καταγγέλλουμε τον θάνατο Του μέχρι τη δεύτερη παρουσία» και «κοινωνούμε με το σώμα και το αίμα του Χριστού» (άρθρα 8 και 9). Το «βάπτισμα με άγιο Πνεύμα» είναι «πείρα διαφορετική και ακολουθεί την αναγέννηση», μαρτυρείται δε με τη γλωσσολαλιά (άρθρα 10 και 11).


Ή Εκκλησία είναι «μια ορατή και αγία αδελφότητα, πού αποτελείται από εκείνους πού ομολογούν πίστη και υπακοή στον Ιησού Χριστό» και οργανώνεται «για κοινή λατρεία του Θεού, για την οικοδομή των πιστών και για εξάπλωση του ευαγγελίου στον κόσμο». Προστίθεται ακόμη: «Αναγνωρίζουμε σαν μέλος αυτής της παγκόσμιας Εκκλησίας κάθε επί μέρους εκκλησία σε όλο τον κόσμο πού ομολογεί αυτή την πίστη στον Κύριό μας Ιησού Χριστό και εξασκεί υπακοή σ' Αυτόν σαν το Θεό, σωτήρα και Κύριό της» (άρθρο 13).


Οι λειτουργοί της ομάδας αυτής ονομάζονται «πρεσβύτεροι ή επίσκοποι μ' ένα προϊστάμενο τους, τον ποιμένα» (άρθρο 14).


Ή κίνηση προσμένει την ανάσταση των κοιμηθέντων «εν Xριστώ» και την «αρπαγή» των ζώντων πιστών, τη δευτέρα παρουσία του Χριστού μαζί με την Εκκλησία «των αγίων» και τη χιλιετή βασιλεία στη γη, την τελική ανάσταση όσων δεν απέθαναν «εν Xριστώ» και την τελική κρίση (άρθρο 17 και 18).




ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΑΙΡΕΣΕΩΝ & ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ

π ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΚΑΙ ΚΟΛΑΣΗ

Πρωτ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός


Στα Ευαγγέλια (Ματθ.κεφ.25) γίνεται λόγος για «βασιλεία» και «πυρ αιώνιον». Στην περικοπή αυτή, που διαβάζεται στη Λειτουργία της Κυριακής της Απόκρεω, «βασιλεία» είναι ο κατά Θεόν προορισμός του ανθρώπου. Το «πυρ» είναι «ητοιμασμένον» για τον διάβολο και τους αγγέλους του (δαίμονες), όχι διότι το θέλησε ο Θεός, αλλά διότι αυτοί δεν μετανοούν. Η «βασιλεία» είναι «ητοιμασμένη» για τους πιστούς στο θέλημα του Θεού. «Βασιλεία» (=άκτιστη δόξα) είναι ο παράδεισος, «πυρ» (αιώνιο) είναι η κόλαση («κόλασις αιώνιος»,στ.46). Στην αρχή της ιστορίας ο Θεός καλεί στον παράδεισο, στην κοινωνία με την άκτιστη Χάρη Του. Στο τέλος της ιστορίας ο άνθρωπος αντιμετωπίζει παράδεισο και κόλαση. Τι σημαίνει αυτό θα το δούμε στη συνέχεια. Σπεύδουμε όμως να πούμε, ότι είναι κεντρικότατο θέμα της πίστεως μας, λυδία λίθος του Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας.

Ο λόγος για παράδεισο και κόλαση στην Καινή Διαθήκη είναι συχνός. Στο Λουκ.23,43 ο Χριστός λέει στον ληστή: «σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω». Στο παράδεισο όμως αναφέρεται και ο ληστής λέγοντας(23.42): «μνήσθητι μου Κύριε […] εν τη βασιλεία σου». Κατά τον Βουλγαρίας Θεοφύλακτο (P.G.123,1106) «ο γαρ ληστής έστι μεν εν παραδείσω, ήτοι τη βασιλεία». Ο Απ. Παύλος (Β’Κορ. 12, 3-4) ομολογεί ότι ήδη σ’ αυτόν τον κόσμο, «ηρπάγη εις τον παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι». Στην Αποκάλυψη διαβάζουμε : «Τω νικώντι δώσω αυτώ φαγείν εκ του ξύλου της ζωής, ο έστιν εν τω παραδείσω του Θεού μου» (2,7) Και ο Αρέθας Καισαρείας ερμηνεύει: «παράδεισον την μακαρίας και αιωνίζουσαν εκληπτέον ζωήν». (P.G. 106,529). Παράδεισος-αιώνιος ζωή-βασιλεία Θεού ταυτίζονται.

Για την κόλαση: Ματθ.25.46 («εις κόλασιν αιώνιον»), 25,41 (πυρ αιώνιον), 25,30 «σκότος εξώτερον», 5,22 «γέεννα πυρός». Α΄ Ιω. 4,18 («…ότι ο φόβος κόλασιν έχει»). Με όλους αυτούς τους τρόπους δηλώνεται αυτό που εννοούμε με τον όρο «κόλασις».

Παράδεισος και κόλαση δεν είναι δυο διαφορετικοί τόποι. Αυτή η εκδοχή είναι ειδωλολατρική. Είναι δύο διαφορετικές καταστάσεις (τρόποι), που προκύπτουν από την ίδια άκτιστη πηγή και βιώνονται ως δυο διαφορετικές εμπειρίες. Ή μάλλον είναι η ίδια εμπειρία, βιούμενη διαφορετικά από τον άνθρωπο, ανάλογα με τις εσωτερικές προϋποθέσεις του. Η εμπειρία αυτή είναι η θέα του Χριστού μέσα στο άκτιστο φως της θεότητάς Του, μέσα στη «δόξα» Του. Από τη Β’ Παρουσία και σ’ όλη την ατελεύτητη αιωνιότητα, όλοι οι άνθρωποι θα βλέπουν τον Χριστό στο άκτιστο φως Του. Και τότε «εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάσταστιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιω.5.29). Ενώπιον του Χριστού χωρίζονται οι άνθρωποι («πρόβατα» και «ερίφια», δεξιά και αριστερά Του). Διακρίνονται δηλαδή σε δύο ομάδες. Αυτούς που βλέπουν τον Χριστό ως παράδεισο («υπέρκαλον αγλαΐαν») και αυτούς που Τον βλέπουν ως κόλαση («πυρ καταναλίσκον», Εβρ.12,29).

Παράδεισος και κόλαση είναι η ίδια πραγματικότητα. Αυτό δείχνει ο εικονισμός της Β΄ Παρουσίας. Από τον Χριστό απορρέει ένας ποταμός, φωτεινός ως χρυσίζον φως, στο άνω μέρος, όπου βρίσκονται οι άγιοι και ποταμός πύρινος στο κάτω μέρος, όπου βρίσκονται οι δαίμονες και οι αμετανόητοι («οι μηδέποτε μετανοήσαντες», όπως λέγει ένα τροπάριον των Αίνων της ημέρας). Γι’ αυτό στο Λουκ. 2,34 λέγεται περί του Χριστού ότι «κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών». Ο Χριστός γίνεται σε άλλους μεν, όσους Τον δέχθηκαν και ακολούθησαν την προτεινόμενη από Αυτόν θεραπεία της καρδιάς, ανάστασις στην αιώνια ζωή Του και σ’ όλους που Τον απέρριψαν, πτώση και κόλαση.

Πατερικές μαρτυρίες: Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης (Κλίμαξ) λέγει, ότι το άκτιστο φως του Χριστού είναι «πυρ καταναλίσκον και φωτίζον φως». Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (Ε.Π.Ε 11,498) παρατηρεί: «Ούτος, φησί, βαπτίσει υμάς εν Πνεύματι Αγίω και πυρί• τω φωτιστικώ δηλονότι και κολαστικώ, κατ’ αξίαν εκάστου της εαυτού διαθέσεως κομιζομένου το κατάλληλον». Και αλλού (Συγγράμματα, εκδ. Χρήστου, Β’ σ.145): Το φως του Χριστού «ει δ’ εν ον, τοις πάσιν μεθεκτόν, ου ενιαίως, αλλά διαφόρως μετέχεται…».

Συνεπώς, παράδεισος και κόλαση δεν είναι απλώς ανταμοιβή και τιμωρία (καταδίκη), αλλά ο τρόπος με τον οποίο βιώνουμε καθένας μας τη θέα του Χριστού, ανάλογα με την κατάσταση της καρδιάς μας. Ο Θεός ουσιαστικά, δεν τιμωρεί, μολονότι για παιδαγωγικούς λόγους και στη Γραφή γίνεται λόγος για τιμωρία. Όσο πνευματικότερος γίνεται κανείς, τόσο ορθότερα κατανοεί τη γλώσσα της Γραφής και της παραδόσεώς μας. Η κατάσταση του ανθρώπου (καθαρός-ακάθαρτος, μετανοημένος-αμετανόητος) συντελεί στο να δεχόμεθα το Φως του ως παράδεισο ή κόλαση.

Το ανθρωπολογικό πρόβλημα στην Ορθοδοξία είναι, πώς ο άνθρωπος θα βλέπει αιώνια τον Χριστό ως παράδεισο και όχι ως κόλαση. Πώς θα μετέχει, δηλαδή, στην ουράνια και αιώνια «βασιλεία» Του. Και εδώ φαίνεται η διαφορά του Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας από τα διάφορα θρησκεύματα. Τα τελευταία υπόσχονται κάποια «ευδαιμονία» και μάλιστα μετά θάνατον. Η Ορθοδοξία δεν είναι ζήτηση ευδαιμονίας, αλλά θεραπεία από την αρρώστια της θρησκείας, όπως συνεχώς κηρύσσει πατερικά ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης. Η Ορθοδοξία είναι ένα ανοικτό νοσοκομείο μέσα στην ιστορία («ιατρείον πνευματικόν» κατά τον Ι. Χρυσόστομο), που προσφέρει τη θεραπεία της καρδίας (κάθαρση) για να προχωρήσει κανείς στον «φωτισμό» της από το Άγιο Πνεύμα και τελικά να φθάσει στη «θέωση», τον μοναδικό προορισμό του ανθρώπου. Αυτή η πορεία, όπως πληρέστατα έχουν περιγράψει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης και ο Σεβασμ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος (Βλάχος), είναι η θεραπεία του ανθρώπου, όπως την βιώνουν όλοι οι Άγιοι μας.

Η ζωή στο σώμα του Χριστού (στην Εκκλησία) αυτό το νόημα έχει. Αυτός είναι ο λόγος υπάρξεως της Εκκλησίας. Σ’ αυτό αποβλέπει όλο το λυτρωτικό έργο του Χριστού. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (Δ’ Ομιλία περί Β’ Παρουσίας) λέγει, ότι η προαιώνια βουλή του Θεού για τον άνθρωπο είναι να «χωρήσαι την μεγαλειότητα της θείας βασιλείας». Να φθάσει ο άνθρωπος στη θέωση. Αυτός είναι ο σκοπός της δημιουργίας. Και συνεχίζει : «Αλλά και η θεία και απόρρητος κένωσις, η θεανδρική πολιτεία, τα σωτήρια πάθη, τα μυστήρια πάντα (δηλαδή όλο το επί γης έργο του Χριστού) δια τούτο το τέλος (σκοπό) προμηθώς (προνοητικώς) και πανσόφως προωκονόμηται».

Σημασία όμως έχει, ότι δεν ανταποκρίνονται όλοι οι άνθρωποι σ’ αυτή την πρόσκληση του Χριστού και γι’ αυτό δεν μετέχουν όλοι κατά τον ίδιο τρόπο στην άκτιστη δόξα Του. Αυτό διδάσκεται από τον Χριστό στην παραβολή του πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου (Λουκ, κεφ. 16). Ο άνθρωπος αρνείται την προσφορά του Χριστού, γίνεται εχθρός του Θεού και απορρίπτει την προσφερόμενη από τον Χριστό σωτηρία (Αυτό είναι η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, διότι εν Αγίω Πνεύματι δεχόμεθα την κλήση του Χριστού). Αυτοί είναι οι «μηδέποτε μετανοήσαντες» του ύμνου. Ο Θεός «ουδέποτε εχθραίνει», παρατηρεί ο Ι. Χρυσόστομος, εμείς γινόμασθε εχθροί Του (εχθραίνομεν), Τον απορρίπτουμε. Ο αμετανόητος άνθρωπος δαιμονοποιείται, επειδή αυτός το επιλέγει. Ο Θεός δεν το θέλει αυτό. Γρηγόριος Παλαμάς: «…ου γαρ εμόν εστί τούτο προηγούμενον θέλημα, ουκ εις τούτο υμάς εποίησα, ουκ εφ’ υμάς ητοίμασα την πυράν• δια τους αμετάβλητον έχοντας της κακίας την έξιν δαίμονας προανκαύθη το άσβεστον πυρ, οις υμάς συνήψεν η κατ’ εκείνους αμετανόητος γνώμη». «Αυθαίρετος (=εκούσια) εστίν η μετά των πονηρών αγγέλων συμβίωσις» (όπ.π) Είναι δηλαδή ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου.

Πλούσιος και Λάζαρος βλέπουν την ίδια πραγματικότητα, τον Θεό στο άκτιστο φως Του. Ο πλούσιος φθάνει στην Αλήθεια, στη θέα του Χριστού, αλλά δεν μπορεί να μετάσχει σ’ αυτήν, όπως ο Λάζαρος. Ο Λάζαρος «παρακαλείται» (παρηγορείται), εκείνος όμως «οδυνάται» (βασανίζεται). Ο λόγος του Χριστού «έχουσι Μωσέα και τους προφήτας», για αυτούς που είναι ακόμη στον κόσμο αυτό, σημαίνει ότι όλοι είμεθα αδικαιολόγητοι. Διότι υπάρχουν οι Άγιοι, που έχουν την εμπειρία της θεώσεως και μας καλούν να ενταχθούμε στον τρόπο της δικής τους ζωής και να φθάσουμε στη θέωση, όπως εκείνοι. Άρα, οι κολαζόμενοι, όπως ο πλούσιος, είναι αδικαιολόγητοι.

Η στάση προς τον συνάνθρωπο δείχνει την εσωτερικότητα του ανθρώπου και για αυτό είναι το κριτήριο της Κρίσεως κατά τη Β’ Παρουσία (Ματθ. Κεφ. 25). Δεν σημαίνει ότι, παραθεωρείται η πίστη, η πιστότητα του ανθρώπου στον Χριστό. Αυτή προϋποτίθεται, διότι η στάση απέναντι στον άλλο δείχνει, αν έχουμε Θεό μέσα μας ή όχι(πρβλ ανάλογες φράσεις στην ποτισμένη από την ορθοδοξία γλώσσα μας: ο αθεόφοβος• δεν έχει Θεό μέσα του…) Οι πρώτες Κυριακές του Τριωδίου στρέφονται γύρω από τη στάση μας απέναντι στον συνάνθρωπο. Την πρώτη Κυριακή ο Φαρισαίος (φαινομενικά ευσεβής) δικαιώνει (αγιοποιεί) τον εαυτό του και απορρίπτει (εξουθενώνει) τον Τελώνη. Την β’ Κυριακή ο «πρεσβύτερος» αδελφός (επανάληψη του ευσεβοφανούς Φαρισαίου) λυπείται για την επιστροφή (σωτηρία) του αδελφού του. Φαινομενικά ευσεβής και αυτός, είχε νόθο ευσέβεια, που δεν γεννούσε αγάπη. Την γ’ Κυριακή (Απόκρεω) η στάση αυτή φθάνει στο κριτήριο της αιώνιας ζωής μας.

Η εμπειρία του παραδείσου ή της κολάσεως είναι υπέρ λόγον και αίσθησιν. Είναι άκτιστη πραγματικότητα και όχι κτιστή. Οι Φράγκοι έπλασαν τον μύθο, ότι και ο παράδεισος και η κόλαση είναι κτιστές πραγματικότητες. Μύθος είναι, ότι οι κολαζόμενοι δεν θα βλέπουν τον Θεό, ως και ο λόγος περί απουσίας του Θεού. Οι Φράγκοι επίσης εξέλαβαν το πυρ της κολάσεως ως κτιστό (π.χ. ο Δάντης). Η ορθόδοξη παράδοση μένει πιστή στη Γραφή, ότι και οι κολασμένοι θα βλέπουν τον Θεό (π.χ. ο πλούσιος της παραβολής), αλλά ως «πυρ καταναλίσκον». Οι Φράγκοι σχολαστικοί δέχθηκαν την κόλαση ως τιμωρία και στέρηση της λογικής ενοράσεως της θείας ουσίας. Βιβλικά όμως και πατερικά κόλαση είναι η αποτυχία του ανθρώπου και η άρνησή του να συνεργασθεί με τη Θεία Χάρη, για να φθάσει στη «φωτιστική» θέα του Θεού (παράδεισος) και στην ανιδιοτελή αγάπη (πρβλ. Α’ Κορ. 13.8: «ου ζητεί τα εαυτής»). Δεν υπάρχει συνεπώς απουσία Θεού, παρά μόνο παρουσία Του. Γι’ αυτό είναι φρικτή η Β’ Παρουσία («Ω ποία ώρα τότε…», ψάλλουμε στους Αίνους). Είναι πραγματικότητα αδιάψευστη, στην οποία είναι μόνιμα προσανατολισμένη η Ορθοδοξία («προσδοκώ ανάσταστιν νεκρών…»). Οι κολαζόμενοι, όσοι έχουν πώρωση καρδίας, όπως οι Φαρισαίοι (Μαρκ. 3,5: «εν τη πωρώσει της καρδίας αυτών») βλέπουν αιώνια το πυρ ως σωτηρία! Διότι η κατάστασή τους δεν επιδέχεται άλλη μορφή σωτηρίας. «Τελειούνται» και αυτοί, φθάνουν στο «τέλος» της πορείας τους, αλλά μόνο οι δίκαιοι τελειώνονται σωζόμενοι. Εκείνοι τελειώνονται κολαζόμενοι. Σωτηρία γι' αυτούς είναι η κόλαση, αφού στη ζωή της επεδίωξαν μόνο την ευδαιμονία. Ο πλούσιος της παραβολής «απήλαυσε τα αγαθά του». Ο Λάζαρος υπέμεινε αγόγγυστα «τα κακά». Αυτό εκφράζει ο Απ. Παύλος (Α΄ Κορ. 3,13-15): «Εκάστου το έργον, οποίον εστί το πυρ αυτό δοκιμάσει. Ει τίνος του έργον μένει, ο επωκοδόμησεν, μισθόν λήψεται• ει τινός το έργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αυτός δε σωθήσεται, ούτως δε ως δια πυρός». Δίκαιοι και αμετανόητοι περνούν από το άκτιστο «πυρ» της θείας παρουσίας. Ο ένας όμως περνά αλώβητος, ο δε άλλος καίγεται. «Σώζεται», αλλά όπως περνά κανείς μέσα από τη φωτιά. Ο Ευθύμιος Ζιγαβινός (ιβ’ αι.) παρατηρεί σχετικά: «Πυρ τον Θεόν ως φωτίζοντα μεν και λαμπρύνοντα τους καθαρούς, φλογίζοντα δε και σκοτίζοντα τους ρυπαρούς». Και ο Θεοδώρητος Κύρου για το «σωθήσεται» γράφει: «σωθήσεται δια πυρός και αυτός δοκιμαζόμενος», όπως δηλαδή περνά κανείς μέσα από τη φωτιά. Αν έχει κάλυμμα κατάλληλο δεν καίγεται, διαφορετικά «σώζεται» μεν, αλλά τσουρουφλισμένος!

Το πυρ της κολάσεως, συνεπώς, δεν έχει σχέση με το φραγκικό «πουργατόριο» (καθαρτήριο), ούτε κτιστό είναι, ούτε τιμωρία, ούτε κάποια ενδιάμεση κατάσταση. Μια τέτοια θεώρηση είναι μετάθεση της ευθύνης στον Θεό. Η ευθύνη είναι όλη δική μας, αποδοχή ή απόρριψη της προσφερόμενης από τον Θεό σωτηρίας (θεραπείας). Ο «πνευματικός θάνατος» είναι η θέα του ακτίστου φωτός, της θείας δόξης, ως πυρός, φωτιάς. Ο άγιος Ι. Χρυσόστομος, στον Θ’ Λόγο του στην Α’ Κορινθ. Σημειώνει: «αθάνατος η κόλασις…οι αμαρτάνοντες δίκην τίσουσιν όλεθρον αιώνιον. Το δε «κατακαήσεται», τουτ’ έστιν, ουκ οίσει (δεν θα αντέξει) του πυρός την ρώμην». Και συνεχίζει: «Ο δε λέγει (δηλαδή ο Παύλος), τούτο εστιν• ουχί και αυτός ούτως απολείται, ως τα έργα, εις το μηδέν χωρών(=στην ανυπαρξία), αλλά μένει εν τω πυρί. Σωτηρία γουν το πράγμα καλεί… Και γαρ και ημίν έθος λέγειν «εν τω πυρί σώζεται», περί των μη κατακαιομένων ευθέως υλών».

Οι σχολαστικές αντιλήψεις-ερμηνείες, που μέσω του έργου του Δάντη (Κόλαση) πέρασαν και στο δικό μας χώρο, έχουν συνέπειες που φθάνουν σε ειδωλολατρικές εκδοχές. Π.χ. ο χωρισμός παραδείσου-κολάσεως, ως δυο διαφορετικών τόπων. Αυτό γίνεται λόγω της μη διακρίσεως κτιστού και ακτίστου. Επίσης η άρνηση της αιωνιότητας της κολάσεως, με την έννοια της «αποκαταστάσεως» των πάντων ή με την έννοια του «καλού Θεού» (Bon Dieu). Ο Θεός είναι όντως «αγαθός» (Ματθ. 8,17), αφού προσφέρει σωτηρία σ’ όλους. «Πάντας θέλει σωθήναι…» (Α’ Τιμ. 2,4). Είναι φοβερός όμως ο λόγος του Χριστού μας, που ακούεται στις κηδείες: «Ου δύναμαι απ’ εμαυτού ποιείν ουδέν• καθώς ακούω κρίνω και η κρίσις η εμή δικαία εστίν» (Ιω. 5.30). Πλαστή είναι εξάλλου και η έννοια της «θεοδικίας», που εφαρμόζεται σ’ αυτή την περίπτωση. Όλα ανάγονται τελικά στον Θεό (θα σώσει ή θα κολάσει), χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η «συνέργεια» ως παράγων σωτηρίας. Σωτηρία είναι δυνατή μόνο στα όρια συνεργίας-συνεργασίας του ανθρώπου με τη Θεία Χάρη. Κατά τον Ι. Χρυστόστομο, «Το πλέον, σχεδόν δε το παν, του Θεού εστίν, ημίν δε μικρόν τι αφήκεν». Αυτό το «τι» είναι η αποδοχή της προσκλήσεως του Θεού. Ο ληστής σώθηκε «βαλών κλείδα το, μνήσθητί μου»! Ειδωλολατρική είναι και η αντίληψη για Θεό οργιζόμενο κατά του αμαρτωλού, ενώ ο Θεός, όπως είδαμε. «ουδέποτε εχθραίνει». Αυτή είναι δικανική αντίληψη για τον Θεό, που οδηγεί και στην εκδοχή των «επιτιμίων» στην εξομολόγηση ως ποινών και όχι ως φαρμάκων (θεραπευτικών μέσων).

Το μυστήριο παραδείσου-κολάσεως βιώνεται και στη ζωή της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο. Στα μυστήρια πραγματοποιείται μέθεξη του πιστού στη Χάρη, για να ενεργοποιηθεί η Χάρη στη ζωή μας με την εν Χριστώ πορεία μας. Κυρίως δε στη Θ. Ευχαριστία το άκτιστο, η θεία κοινωνία, γίνεται μέσα μας ή παράδεισος ή κόλαση, ανάλογα με την κατάστασή μας. Κυρίως η μετοχή στη θεία κοινωνία είναι μετοχή στον παράδεισο ή την κόλαση μέσα στην ιστορία. Γι' αυτό συνδέεται η μετοχή στη θεία κοινωνία με την όλη πνευματική πορεία του πιστού. Όταν προσερχόμεθα ακάθαρτοι και αμετανόητοι, κολαζόμασθε (καιόμεθα). Γίνεται δε μέσα μας η Θεία Κοινωνία «κόλαση» και «πνευματικός θάνατος». Όχι διότι μεταβάλλεται σε κάτι τέτοιο φυσικά, αλλά διότι η ακαθαρσία μας δεν μπορεί να τη δεχθεί ως "παράδεισο" Δεδομένου δε ότι η θεία κοινωνία ονομάζεται «φάρμακον αθανασίας» (άγ. Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, β’ αι..), συμβαίνει ακριβώς ό,τι και με ένα φάρμακο. Αν ο οργανισμός μας δεν έχει προϋποθέσεις να το δεχθεί, τότε παρενεργεί το φάρμακο και αντί να θεραπεύει, σκοτώνει. Όχι διότι ευθύνεται αυτό, αλλά η κατάσταση του οργανισμού μας. Πρέπει δε να λεχθεί, ότι αν δεν δεχθούμε τον χριστιανισμό ως θεραπευτική διαδικασία και τα μυστήρια ως φάρμακα πνευματικά, τότε οδηγούμεθα στη θρησκειοποίηση του χριστιανισμού, δηλαδή στην ειδωλολατρικοποίησή του. Και αυτό δυστυχώς γίνεται συχνότατα, όταν νοούμε τον χριστιανισμό ως «θρησκεία».

Η παρούσα ζωή εξάλλου, αξιολογείται από το φως του διδύμου παραδείσου/ κολάσεως. «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνη αυτού» συνιστά ο Χριστός μας (Ματθ .6.33). «Προς ετέρου βίου παρασκευήν άπαντα πράττομεν…» λέγει ο Μ. Βασίλειος στους Νέους (κεφ.3) Η ζωή μας πρέπει να είναι διαρκής προετοιμασία για τη μετοχή στον «παράδεισο», δηλαδή στην κοινωνία με το Άκτιστο (πρβλ. Ιωάν. 17.3) Και αυτό αρχίζει ήδη στον κόσμο αυτό. Γι’ αυτό λέγει ο απ. Παύλος: «Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας» (Β’ Κορ 6.2). Κάθε στιγμή της ζωής μας έχει σωτηριολογική σημασία. Ή κερδίζουμε την αιωνιότητα, την αιώνια κοινωνία με τον Θεό, ή τη χάνουμε. Γι' αυτό τα ανατολικά θρησκεύματα και λατρείες που κηρύσσουν μετενσαρκώσεις, αδικούν τον άνθρωπο. Διότι μεταθέτουν το πρόβλημα σε άλλες (ανύπαρκτες φυσικά) ζωές. Μία ζωή όμως υπάρχει, στην οποία ή σωνόμαστε ή χανόμαστε. Γι’ αυτό συνεχίσει ο Μ. Βασίλειος: «α μεν ουν αν συντελή προς τούτον (=τον βίον) ημίν, αγαπάν τε και διώκειν παντί σθένει χρήναι φαμέν, τα δε ουκ εξικνούμενα προς εκείνον, ως ουδενός άξια παροράν». Αυτό είναι το κριτήριο του χριστιανικού βίου. Ο Χριστιανός επλέγει συνεχώς ό,τι συντελεί στη σωτηρία του. Σ’ αυτή τη ζωή κερδίζουμε τον παράδεισο ή τον χάνουμε και καταλήγουμε στην κόλαση. Γι’ αυτό λέγει ο ευαγγελιστής Ιωάννης : «Ο πιστεύων εις αυτόν ου κρίνεται• ο μη πιστεύων ήδη κέκριται, ότι μη πεπίστευκεν εις το όνομα του μονογενούς υιού του Θεού» (3,18)

Έργο της Εκκλησίας, συνεπώς, δεν είναι να «στέλνει» στον παράδεισο ή στην κόλαση, αλλά να ετοιμάζει τον άνθρωπο για την τελική κρίση. Το έργο του Κλήρου είναι θεραπευτικό και όχι ηθικολογικό-ηθικοπλαστικό, με την κοσμική έννοια του όρου. Η ουσία της εν Χριστώ ζωής διατηρείται στα μοναστήρια, όταν είναι φυσικά ορθόδοξα, δηλαδή πατερικά. Σκοπός της προσφερόμενης από την Εκκλησία θεραπείας δεν είναι η δημιουργία «χρηστών» πολιτών και κατ’ ουσίαν ευχρήστων, αλλά πολιτών της ουράνιας (άκτιστης) βασιλείας. Αυτοί είναι οι Ομολογητές και οι Μάρτυρες, οι αληθινοί πιστοί, οι Άγιοι.

Έτσι όμως ελέγχεται και η ιεραποστολή μας. Πού καλούμε; Στην Εκκλησία-Νοσοκομείο/ Θεραπευτήριο ή σε μια ιδεολογία, που ονομάζεται χριστιανική; Αντί για θεραπεία ζητούμε συνήθως εξασφάλιση θέσεως στον «παράδεισο». Γι’ αυτό ασχολούμεθα με τελετές και όχι με θεραπεία. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια απόρριψη της λατρείας. Αλλά χωρίς άσκηση (ασκητικό βίο, πράξη θεραπείας) ή λατρείας δεν μπορεί να μας αγιάσει. Μένει ανενέργητη μέσα μας η απορρέουσα από αυτήν χάρη. Η Ορθοδοξία δεν υπόσχεται ότι στέλνει τον άνθρωπο σε κάποιο παράδεισο ή σε κάποια κόλαση, αλλά έχει τη δύναμη, όπως φαίνεται στα άφθαρτα και θαυματουργικά λείψανα των Αγίων της (αφθαρσία= θέωση), να προετοιμάσει τον άνθρωπο, ώστε να βλέπει αιώνια την Άκτιστη Χάρη και Βασιλεία του Χριστού ως παράδεισο και όχι ως κόλαση.

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2008

Το ράσο και η ιστορία του

(του Πρωτοπρεσβύτερου και τ. Λυκειάρχη Ευάγγελου Σκορδά)

Το ράσο είναι ένα ένδυμα που διαμορφώθηκε σαν κοσμικό ένδυμα στο Βυζάντιο από τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Προέρχεται από το Βυζαντινό Κολόβιο ή Καββάδιο. Η λέξη προέρχεται από το λατινικό rasum, που σημαίνει ένδυμα μή χνουδωτό, το λείο, και τέτοια ενδύματα ήσαν τα μεταξωτά. Πρόκειται ομολογουμένως περί επιβλητικού και θεαματικού ενδύματος, που παραδόξως προτιμήθηκε από τους μοναχούς, παρά το ιδεώδες της ταπεινώσεως τους.

Το ένδυμα αυτό δεν έχει καμιά σχέση με την πρώτη Χριστιανική Εκκλησία. Ο Χριστός, οι Απόστολοι και γενικά οι κληρικοί μέχρι τον 4ον αιώνα φορούσαν τα ίδια ενδύματα με τους λαϊκούς, χωρίς καμιά διάκριση.

Από τον 4ο αιώνα, με την επίδραση του μοναχισμού στη ζωή της Εκκλησίας, αρχίζει η διάκριση της ενδυμασίας των κληρικών, που συνίστατο στο μαύρο χρώμα, δηλαδή οι κληρικοί φορούσαν τα ίδια ρούχα με τους λαϊκούς, που διέφεραν μόνο ως προς τον χρωματισμό. Και αυτό πάλι δεν ήταν απόλυτο, γιατί έχουμε μαρτυρίες πως οι κληρικοί φορούσαν και λευκά ή φαιά ενδύματα. Οι ιστορικοί και λαογράφοι, Βερναδάκης και Κουκουλές, μας δίνουν πολλές τέτοιες πληροφορίες.

Από την εποχή του Ιουστινιανού, με την ανακάλυψη της μέταξας, δημιουργούνται πολυτελή και παράξενα ενδύματα, τα οποία Οικουμενικές και Τοπικές Σύνοδοι τα απαγόρευαν για τους κληρικούς, τους οποίους περιόρισαν να φορούν τα ίδια ενδύματα με τους λαϊκούς, αλλά με απλή και σεμνή εμφάνιση. Αυτό είναι το νόημα του 27ου Κανόνα της Πενθέκτης Συνόδου και του 16ου κανόνα της 7ης Οικουμενικής Συνόδου. Είναι άξιο πολλής απορίας, ότι οι υπέρμαχοι του ράσου θέλουν να στηρίξουν την παρουσία του σ' αυτούς τους Κανόνες, οι οποίοι ουδόλως ομιλούν περί ράσου, αλλά περί επιδεικτικών πολυτελών ενδυμάτων, τα οποία πάλι μπήκαν στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας ως ιερά άμφια.

Αν όμως το ράσο, προερχόμενο από το βυζαντινό καββάδιο, με πλατιές χειρίδες, δηλαδή με φαρδιά μανίκια, προτιμήθηκε από τους μοναχούς, οι κοσμικοί κληρικοί, δηλαδή οι έγγαμοι εφημέριοι, εξακολουθούσαν να φορούν τα κοινά ενδύματα της εποχής τους με την απλούστερη μορφή τους. Το Ευχολόγιο του Goar μας δίνει την πληροφορία, ότι οι έγγαμοι κληρικοί μετά την Θ. Λειτουργία απέβαλον το ιερατικό άμφιο και ντυνόντουσαν "communibus vestibus" δηλαδή κοινά ενδύματα. Άξιο προσοχής είναι το γεγονός, ότι στη Γαλατία τον 5ο αιώνα, οι Επίσκοποι φόρεσαν διακριτικό ένδυμα, "vetement distinctif" για το οποίο ο πάπας Καιλεστίνος τους κατηγόρησε και τόνισε, ότι, εάν χρειάζεται να διακρίνονται οι Επίσκοποι, η διάκριση να είναι η διδασκαλία και όχι η ενδυμασία.

Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε και κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας. Τα πολυτελή βυζαντινά ενδύματα, όπως το Καββάδιο ή Κοφτάνιο, τα παρέλαβαν και οι επίσημοι Τούρκοι. Το ράσο και το εσώρασο παρέμειναν βασική καλογερική ενδυμασία.

Από τον ΙΗ' αιώνα και μάλιστα από της συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) με την ανάδειξη των ηγεμόνων της Μολδοβλαχίας, αναζεί και η λαμπρότητα της βυζαντινής αυλής. Έτσι, πολλοί κληρικοί, ιδίως Αρχιερείς, φορούν διάφορα πολύτιμα και βαρύτιμα ενδύματα με κεντητά και διάφορα χρυσά κοσμήματα και αλυσίδες.

Ως αντίδραση σ' αυτή την κατάσταση παρουσιάστηκε η κίνηση του Νεοφύτου Δούκα, ο οποίος, πρός τον τότε Οικουμενικό Πατριάρχη Κύριλλο ΣΤ' συνιστούσε την επιβολή του ράσου για όλους τους Έλληνες Ορθόδοξους Κληρικούς.

Ο Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας, το 1815, κληρικός "διαπρεπέστατος και ελλογιμώτατος", αντέδρασε σ' αυτή την πρόταση του Νεοφύτου Δούκα, και θεωρεί την εισαγωγή του ράσου ως μεταρρύθμιση. Ομιλεί δε "περί εθνικής ενδυμασίας", την οποία φορούσαν κατά τόπους οι κληρικοί. Ποιά ήταν αυτή η εθνική ενδυμασία, για την οποία κάνει λόγο ο Ιγνάτιος; Είναι η βράκα, η φουστανέλλα και το φέσι, χαρακτηρισθέντα ως εθνικά, εν αντιθέσει προς τα στενά φραγκικά ενδύματα.

Πολεμιστές του 1912 μας πληροφόρησαν, ότι, στη Δ. Μακεδονία φορούσαν οι ιερείς σιγγούνια, κοντογούνια. Και εγώ ενθυμούμαι από την παιδική μου ηλικία Ιερείς της Δ. Μακεδονίας με σιγγούνια. Χαρακτηριστική είναι η Εγκύκλιος του Μητροπολίτη Κοζάνης Φωτίου προς τους ιερείς της επαρχίας του το 1915, στην οποία συνιστά "οι ευλαβεστάτοι ιερείς να μη κατέρχωνται εις τας πόλεις με το ένδυμα της καθημερινής εργασίας".

Οι μοναχοί όμως, είχαν ομοιόμορφη ενδυμασία, ήτοι τη ρασοφορία. Οι έγγαμοι όμως κληρικοί δεν είχαν εξαρχής τέτοια παράδοση.

Επειδή όμως οι γραμματισμένοι Κληρικοί τότε προέρχονταν από τον μοναχικό κόσμο, η ενδυμασία και το πνεύμα των καλογήρων επιβλήθηκε σ' ολόκληρη τη ζωή της Εκκλησίας.

Έτσι, μετά την απελευθέρωση, η τότε Ιερά Σύνοδος με την υπ' αριθμόν 4 821/28 Μαΐου 1855 Εγκύκλιο της, επέβαλε, χάριν ομοιομορφίας προς τους Καλογήρους τη σημερινή ενδυμασία για όλους τους κληρικούς...

Βέβαια, όπως παρατηρεί ο αοίδιμος Περιστερίου Αλέξανδρος, η Σύνοδος δεν κάνει ούτε νύξη για ράσα και αντεριά "παρεκτός, του να φορούν του λοιπού, ενδύματα εκ μέλανος ή άλλου σεμνού και βαθύχροου χρώματος". Εν πάση περιπτώσει, η σημερινή ενδυμασία των κληρικών έχει ιστορία μόλις 137 ετών!

Αντί για δικές μας κρίσεις, αναφέρουμε την απόφαση του Πανορθοδόξου Συνεδρίου Κωνσταντινουπόλεως (Μάιος - Ιούνιος 1923): "Η εξωτερική περιβολή του κλήρου ως έχει σήμερον, ουδέν έχει το κοινόν ούτε προς την ουσίαν της ιερωσύνης, ούτε προς την αρχαίαν πράξιν της Εκκλησίας, αλλά είναι αποτέλεσμα μακράς εξελίξεως και ποικίλων παραγόντων. Το κομάν επί αιώνας, ανοίκειον τω κλήρω, εισήχθη όμως και επεκράτησεν εν τη Εκκλησία συν τω χρόνω".

Καμιά σχέση δεν έχει το ράσο και το εσώρασο με την πίστη, ούτε με τη σωστά νοουμένη παράδοση.

Ο αοίδιμος Περιστερίου Αλέξανδρος στον επίλογο του βιβλίου του "Η εξωτερική Περιβολή του Ορθοδόξου Κληρικού", γράφει: "Ο Έγγαμος εφημεριακός κλήρος να μη εμποδίζεται να κάνει ελεύθερη χρήση ράσου και κοστουμιού εκτός Ιερατικών καθηκόντων. Μια τέτοια λύση είναι επιβεβλημένη. Έτσι και τα παράπονα της καταπίεσης και οι αιτίες και οι προφάσεις εκείνων που θέλουν να ιερωθούν θα λείψουν, χωρίς την υποχρέωση της ρασοφορίας παντού και πάντοτε, κάτι που δύσκολα συμβιβάζεται με τον οικογενειάρχη-εφημέριο.

Η μελέτη τούτη δίνει την αφορμή και την ευκαιρία για διάλογο. Ας διατυπώσουν τις αντιρρήσεις τους οι μη συμφωνούντες κι ας τις στηρίξουν σε ιστορικά και πραγματικά τεκμήρια για ένα γόνιμο διάλογο. Ή ας πουν, γιατί πρέπει να διαιωνίζεται κάτι έξω από την ιστορία και την εκκλησιαστική παράδοση.

Και ο αοίδιμος Μητροπολίτης Σιατίστης Πολύκαρπος, το 1968 εισηγήθηκε την τροποποίηση της σημερινής αμφιέσεως των κληρικών.

Εμείς στη μελέτη μας "Η ιστορική Εξέλιξη της Ενδυμασίας των Ορθοδόξων Κληρικών, Αθήναι 1971", η οποία έτυχε, μεταξύ πολλών άλλων, θερμών επαίνων και του τότε Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρα, διατυπώνουμε τη θέση, ότι η κατάργηση της σημερινής αμφιέσεως των κληρικών δεν είναι εύκολο να γίνει απότομα. Χρειάζεται σοβαρή διαφώτιση του ελληνικού λαού. Θα μπορούσε ίσως, με μια σαφή αντίληψη του θέματος από την Ι. Σύνοδο, να μείνει το ράσο ως επίσημο ένδυμα των κληρικών, στις μεγάλες γιορτές και στις επίσημες εμφανίσεις. Το σημερινό αντερί, τροποποιημένο να μείνει καθημερινό ένδυμα, τουλάχιστον για τους έγγαμους εφημέριους. Οι ιερομόναχοι ας το διατηρήσουν το ράσο. Άλλωστε αποκλειστικά δικό τους είναι, αφού από αυτούς προήλθε.

Έτσι θα σταματήσει, και η επιμονή ορισμένων, να φορούν οι εφημέριοι παντού και πάντοτε και με καύσωνα 40 βαθμών το ράσο, επιμονή που προκαλεί την ιλαρότητα του λαού και αφορμή δυσμενών σχολίων.

ΚΑΙ ΑΣ ΕΛΘΟΥΜΕ ΣΤΟ ΚΑΛΥΜΜΑ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ

Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες οι κληρικοί φορούσαν χωρίς καμιά διάκριση ένα από τα καπέλα της εποχής ή άφηναν την κεφαλή τους ακάλυπτη, όπως δείχνουν τα αρχαία μνημεία.

Οι μοναχοί φορούσαν το κουκούλιο. Από το συνδυασμό της ασιατικής φακεωλίδας και του κουκουλίου προήλθε το επανωκαλύμαυχο ή επιρριπτάριο των αγάμων κληρικών.

Στους βυζαντινούς χρόνους οι κληρικοί φορούσαν αδιάφορα ένα από τα καπέλα της εποχής και ιδιαίτερα οι ανώτεροι προτιμούσαν τον πέτασσο ή σκιάδιο, που ήταν κάλυμμα της κεφαλής και των κοσμικών αρχόντων. Παράλληλα υπήρχε και ο κυλινδροειδής και ο σφαιροειδής πίλος. Ο Σίλβεστρος Συρόπουλος στην ιστορία του για τη Σύνοδο της Φλωρεντίας αναφέρει, ότι, οι Ανατολικοί κληρικοί φορούσαν σκιάδια, όπως και ο Αυτοκράτορας. Ο Πατριάρχης Ιωσήφ φορούσε σκιάδιο. Η σκιαδοφορία των Ανατολικών Κληρικών μαρτυρείται από ανάγλυφα του Αγ. Πέτρου.

Οι Πατριάρχες κατά την Τουρκοκρατία εξακολουθούσαν να σκιαδοφορούν μέχρι το 1669. Ο Μωάμεθ ο κατακτητής, στον Γεννάδειο Σχολάριο, όπως μας πληροφορεί ο Γ. Φραντζής, μεταξύ των δώρων που του έδωσε, ήταν και το σκιάδιο. Το 1669, ο Σουλτάνος στον Πατριάρχη Μεθόδιο, αντί να δώσει σκιάδιο, για να τον ταπεινώσει του έδωσε κόκκινο καλπάκι. Την πληροφορία αυτή μας την δίνει ο Μελέτιος Πηγάς στην Εκκλησιαστική του Ιστορία και ο Δοσίθεος στη Δωδεκάβιβλό του. Από τότε σταμάτησε οι κληρικοί να σκιαδοφορούν και το σκιάδιο εξακολούθησε να χρησιμοποιείται στα Επτάνησα, τα οποία δεν βρέθηκαν κάτω από την Τουρκική κυριαρχία. Ο Σουλτάνος ήθελε να μεγενθύνει το χάσμα μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας και με την αμφίεση των κληρικών.

Από τον 18ο αιώνα οι Επίσκοποι προτιμούν το σφαιροειδές κάλυμμα της κεφαλής, το οποίο φορούσαν ιδιαίτερα οι ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας. Ο Νεόφυτος Δούκας τους κατηγορεί ως, "τιαροφόρους Μήδας".

Αυτό το σφαιροειδές κάλυμμα αργότερα αποτέλεσε το γείσο του σημερινού καλυμμαυχίου. Από τους Επισκόπους το κάλυμμα αυτό της κεφαλής μεταδόθηκε σ' όλους τους ιερείς και στους έγγαμους. Έτσι έχουμε πληροφορίες, ότι έγγαμοι κληρικοί φορούσαν φουστανέλλα ή βράκα και στο κεφάλι καλυμμαύχι. Φαίνεται όμως, ότι οι έγγαμοι κληρικοί εύκολα δεν το δέχτηκαν αυτό το παράξενο κάλυμμα της κεφαλής και μερικοί Επίσκοποι έφτασαν μέχρι αφορισμού για να τους πείσουν.

Το καλυμμαύχι ομολογουμένως και αντιαισθητικό είναι καί πρακτικά άχρηστο. Ο Κων. Καλλίνικος γράφει ότι "αποπνέει γενιτσαρικήν ευαισθησίαν". Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, γράφει: "Εισέρχεται ο κληρικός εις τον ναόν χωρίς να αποκαλυφθεί, ασπάζεται τας εικόνας, θυμιά, ευλογεί, λέγει πολλάκις το Ευαγγέλιον ή ακροάται αυτού έχων εις την κεφαλήν καρφωμένος το παράδοξον κάλυμμα (το καλυμμαύχιον) όπερ οι προ ολίγων ακόμη δεκαετιών πατέρες ημών ηγνόουν" (Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου, Βιβλίον Εκατονταετηρίς, Εκκλησ. Κήρυξ, έτος Ε' Λάρναξ 1915, σελίς 294).

Αναμφισβήτητα το σκιάδιο είναι ο βυζαντινός πίλος, που εχρησιμοποιείτο από τους κληρικούς μέχρι το 1669. Συνεπώς, για να επανέλθουμε στην αρχαία βυζαντινή παράδοση, οι σημερινοί κληρικοί θα μπορούσαν να φορούν ένα καπέλο που να μοιάζει με το σκιάδιο και αυτό είναι η ρεπούμπλικα.

Κλείνουμε το παρόν άρθρο με την παρατήρηση του μεγάλου βυζαντινολόγου Γ. Σωτηρίου: "Και ημείς νομίζομεν ότι επιβάλλεται πλέον η τοιαύτη μεταβολή, ήτις μεγάλως θέλει συμβάλει εις την εν τη Κοινωνία εκπλήρωσιν της μεγάλης αποστολής του κλήρου" ("Γρηγ. Παλαμάς" Θεσ/νίκη 1919, σελ. 551).

Τον τελευταίο και βαρυσήμαντο λόγο έχει η Ιερά Σύνοδος με τους Λογίους και Επιστήμονες Αρχιερείς της.

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2008

ΣΥΜΒΙΩΣΗ & ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Παντελής Καλαϊτζίδης


Σε αντίθεση με τα όσα ανιστορικά διατείνονται οι φωνασκούντες στα τηλεπαράθυρα κληρικοί και θεολόγοι, για δέκα σχεδόν αιώνες ο γάμος και τα σχετικά με τη νομοθεσία του ανήκαν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της πολιτείας («πολιτικός γάμος»).

Η υποχρεωτική ιερολογία του γάμου ξεκινάει μόλις το 893 μ. Χ. από τον αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ΄ τον Σοφό, ενώ και αυτή ακόμη η απλή νομική κατοχύρωση της εκκλησιαστικής ιερολογίας του γάμου (που ώς το τέλος του 9ου μ.Χ. αιώνα δεν είναι πλήρως διαμορφωμένη) αρχίζει από την εποχή του Ιουστινιανού και μετά. Την ίδια περίοδο έχουμε νόμιμες (κατά την πολιτεία) μορφές εκτός γάμου συμβίωσης (παλλακεία), με τις οποίες αν και η Εκκλησία διαφωνούσε, από λεπτότητα έναντι του νόμου (και των εμπλεκόμενων προσώπων;) και εφαρμόζοντας την εκκλησιαστική αρχή της οικονομίας, φαίνεται εξωτερικά να τις ανεχόταν. Οσο ο γάμος ήταν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της κρατικής αρχής, η εκκλησιαστική ευλογία του δεν είχε κανένα σχεδόν τελετουργικό περιεχόμενο, και οι σύζυγοι ενυμφεύοντο κατά την ευχαριστιακή σύναξη, όπως διαβάζουμε για παράδειγμα στις συγγραφές του αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας (2ος μ.Χ. αι.). Οταν, όμως, η Εκκλησία απέκτησε νομικές/κοσμικές αρμοδιότητες επί του γάμου, μειώθηκε σημαντικά, αν δεν τέθηκε πλήρως στο περιθώριο, ο εκκλησιολογικός και μυσταγωγικός του χαρακτήρας, και επικράτησε ο κοινωνικός κομφορμισμός.

Υπό το φως των ανωτέρω, και δεδομένου ότι σκοπός και πρωταρχική αποστολή της Εκκλησίας δεν είναι ο γάμος καθ' εαυτόν και η οικογένεια, αλλά η σωτηρία του κόσμου και του ανθρώπου, θεωρούμε ότι η εκ μέρους της πολιτείας προσπάθεια νομικής ρύθμισης της ελεύθερης συμβίωσης επιλύει ορισμένα σοβαρά προβλήματα, και μπορεί ενδεχομένως να λειτουργήσει «φιλάνθρωπα» για όσους συνήθως οι συντηρητικοί θρησκευόμενοι θεωρούν «αμαρτωλούς» και «απολωλότες»: τα ετερόφυλα ζευγάρια που συζούν ελεύθερα και τους ομοφυλόφιλους. Υπάρχουν σοβαρά νομικά, κοινωνικά αλλά και ανθρώπινα προβλήματα που ανακύπτουν από τις συμβιώσεις αυτές, τα οποία μια υπεύθυνη πολιτεία που ασκεί τα δικαιώματά της στο πεδίο της δικής της δικαιοδοσίας, και που παράλληλα σέβεται τη θρησκευτική ετερότητα και ελευθερία καθώς και τις προσωπικές επιλογές των πολιτών της δεν μπορεί να αγνοεί. Μπροστά στα ίδια αυτά προβλήματα και μια ποιμαντικά ευαίσθητη Εκκλησία δεν μπορεί να κλείνει υποκριτικά τα μάτια και να εκδίδει απλώς καταδικαστικούς φετβάδες. Θα ήταν λάθος, εξάλλου, να αρνηθεί η Εκκλησία ότι ακόμη και από αυτές τις θεωρούμενες «αμαρτωλές» σχέσεις δεν απουσιάζει εντελώς η αγάπη: «Το γαρ πάντη άμοιρον του αγαθού ούτε ον, ούτε εν τοις ούσι», μας θυμίζει ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης.

Με το υπό συζήτηση σχέδιο νόμου η πολιτεία έρχεται να ρυθμίσει νομικά μια πραγματικότητα που όλοι πλέον, πλην των ακραίων συντηρητικών, γνωρίζουν ότι υφίσταται. Καλό θα ήταν, βέβαια, να λάβει παράλληλα η πολιτεία μέτρα ενίσχυσης του θεσμού του γάμου και της οικογένειας και να μην προβάλλει την προτεινόμενη λύση ως πρότυπο κοινωνικής συμβίωσης. Η Εκκλησία, από τη σκοπιά της, ευχής έργον θα ήταν να αποφύγει τις εύκολες φωνασκίες και τις ανέξοδες (και υποκριτικές) ηθικές καταδίκες. Καθήκον της δεν είναι να αναμιγνύεται συνεχώς σε ζητήματα που είναι αρμοδιότητα της πολιτείας ούτε να σπεύσει να υποκαταστήσει την κρίση του Θεού.

Πιστεύουμε, όμως, ότι η εκ μέρους της Εκκλησίας υιοθέτηση μιας τέτοιας στάσης δεν μπορεί να συμβεί χωρίς τις παρακάτω προϋποθέσεις:

α) να αποδεχτεί η Εκκλησία πως τα νομικά και συμβολαιογραφικά ζητήματα που άπτονται του γάμου είναι της αποκλειστικής αρμοδιότητας της πολιτείας, κρατώντας για τον εαυτό της τη μυστηριακή, μυσταγωγική και πνευματική διάστασή του, και ξεπερνώντας την παιδική ασθένεια που την κάνει να νομίζει ότι μπορεί να είναι «Νύμφη Χριστού» και «μυσταγωγός της σωτηρίας» αλλά ταυτοχρόνως και ληξίαρχος του κράτους!

β) να ξαναβρεί όλη την ποικιλία στάσεων και απόψεων που διέκριναν τη στάση της αρχαίας Εκκλησίας σε παρόμοια προβλήματα• να αναγνωρίσει ότι το μυστήριο του γάμου ξεκινάει από την ίδια τη συνάντηση του άνδρα και της γυναίκας (και όχι απλώς από την ιερολογία) και να επανατοποθετήσει θεολογικά το ζήτημα της σεξουαλικότητας, επαναπροσεγγίζοντας με πιο θετικό τρόπο την πρόκληση μιας θεολογίας της ηδονής και της τρυφερότητας, μακριά από την μονομέρεια της θεώρησης του γάμου αποκλειστικά υπό το πρίσμα της τεκνοποιίας•

γ) να ασχοληθεί επιτέλους σοβαρά με την κατήχηση και το στοιχειώδη θεολογικό καταρτισμό των μελών της, αναγνωρίζοντας ταυτοχρόνως την πραγματικότητα της ανοιχτής κοινωνίας και ξεπερνώντας τις εθναρχικές της χίμαιρες και την αναχρονιστική καθήλωσή της στο παρελθόν.

---

ο κ. Καλαϊτζίδης είναι συντονιστής της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Ι. Μητροπόλεως Δημητριάδος και πάρεδρος ε. θ. του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

Γυναίκα-Ιεροσύνη.

Καθηγουμένης Θεολογίας Μοναχής:

--------------------------------------------------------------------------------
(...)

Δεν δίστασε ακόμη η χειραφετημένη γυναίκα να διεκδικήσει για τον εαυτό της και το αξίωμα της Ιεροσύνης.

Βέβαια η αναίδεια της αυτή οφείλεται στην άγνοια της φύσης αυτού του χαρίσματος. Διατείνει ότι και στον τομέα αυτό αδικείται. Αν είχε αληθινό ενδιαφέρον να μάθει τι είναι αυτό που διεκδικεί, θα μάθαινε από την διδασκαλία της Εκκλησίας πως η Ιεροσύνη δεν είναι δικαίωμα, αλλά χάρισμα του Θεού στον άνδρα. Όχι όμως σε όλους τους άνδρες, γιατί υπάρχουν και τυπικά κωλύματα Ιερωσύνης. Αλλά ενώ οι άνδρες στη συντριπτική τους πλειοψηφία, παρόλο που το φύλο τους δεν τους εμποδίζει, δεν θέλουν να προσέλθουν στην Ιεροσύνη, γιατί γνωρίζουν το μέγεθος των ευθυνών και των στερήσεων, οι γυναίκες, επιπόλαια σκεπτόμενες, διεκδικούν την Ιερωσύνη, τη στιγμή που η Εκκλησία αρνείται κατηγορηματικά. Και αυτό, όχι γιατί η γυναίκα είναι κατώτερη ή ανάξια, ωσάν όλοι οι άνδρες άξιοι να γίνουν ιερείς- αντίθετα πολλές φορές έχομε ανάξιους ιερείς που μεταδίδουν ωστόσο την αγιαστική χάρη των Μυστηρίων σε άγιες γυναίκες- αλλά γιατί η γυναίκα έχει λειτουργική διαφορά από τον άνδρα.

Τα πράγματα είναι απλά. Στη δημιουργία πλάστηκε ο όλος άνθρωπος. ‘‘Άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς Θεός’’. Και με την πτώση έπεσε ο όλος άνθρωπος. Πρώτα η γυναίκα και ύστερα ο άνδρας. Στην αναδημιουργία, δηλ. στην Ενσάρκωση του Χριστού για τη σωτηρία του κόσμου, συμμετέχουν και τα δύο φύλα. Η ανδρική στο πρόσωπο του Χριστού και η γυναικεία στο πρόσωπο της Θεοτόκου. Αλλά αυτή τη φορά ο άνδρας προέρχεται από τη γυναίκα, και μάλιστα Παρθένο, που με την τέλεια υπακοή της στο θέλημα του Θεού διόρθωσε την παρακοή της προμήτορας Εύας. Ο Χριστός μοίρασε τους ρόλους. Την ιεροσύνη κράτησε για τον άνδρα και το ρόλο της πνευματικής βοηθού και συντρόφου τον έδωσε στη γυναίκα. Καθώς και απαρχής πλάστηκαν. Η γυναίκα δηλαδή ως βοηθός του άνδρα. Η διαφορά είναι καθαρά λειτουργική. Ακόμη , αν λάβουμε υπ’ όψη μας πως εκείνο που σώζει τον άνθρωπο είναι ο πρσωπικός του αγώνας και η συμμετοχή του στα Άγια Μυστήρια που επιτελεί ο ιερέας και ότι αυτός ο αγώνας είναι βασικό χρέος και για τον ίδιο τον ιερέα, αφού ούτε ο ίδιος σώζεται απλά και μόνο γιατί είναι ιερέας, τότε γίνεται φανερό πως η διεκδίκηση της Ιερωσύνης από τη γυναίκα είναι άλλη μία απόδειξη πως η σύγχρονη γυναίκα θέλει να δοκιμάσει τα πάντα. Όπως και τότε στον Παράδεισο, ενώ δεν της έλειπε τίποτα, εκείνη επεθύμησε τον απαγορευμένο καρπό. Η δισχιλιετής πράξη της Εκκλησίας αυτό μας παρέδωσε. Αν κάποια γυναίκα μπορούσε να ιερωθή, αυτή θα έπρεπε να ήταν η Παναγία Μητέρα του Χριστού. Όμως ο Χριστός αναθέτει την Ιερωσύνη στους μαθητές Του, τους δίνει Πνεύμα Άγιο γι’ επιθέσεως των χειρών και δεν κάνει το ίδιο για την Μητέρα Του, που ήταν ‘‘ καθαρωτέρα λαμπηδόνων ηλιακών’’ και που, όπως λένε οι άγιοι Πατέρες, κατέχει τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος. Παραδίνει την Ιεροσύνη στον Παύλο, ο οποίος, προτού συναντήσει τον Ιησού στο δρόμο της Δαμασκού, ‘‘ καθ’ υπερβολήν εδίωκε’’ τους Χριστιανούς, και όχι στην Κεχαριτωμένη Μητέρα Του.

Και υπό άλλη έννοια: ο Θεός έπλασε τη γυναίκα από την πλευρά του άνδρα. Έτσι λέει η Γραφή. Και ο Χριστός ανέπλασε την γυναίκα πάλι μέσα από τον άνδρα, που της μεταδίδει ως ιερέας την αγιαστική χάρη των Μυστηρίων.

Οι γυναίκες οφείλομε να σεβαστούμε την Παράδοση της Εκκλησίας. Μπορεί να μη γνωρίζομε πως σκέφτεται ο Θεός- άλλωστε ‘‘ τις έγνω νούν Κυρίου;’’- αλλά δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε τον Θεό ως άδικο. ΄΄Η δικαιοσύνη του, δικαιοσύνη εις τον αιώνα’’, λέει η Γραφή και ξεπερνάει την ανθρώπινη δικαιοσύνη και λογική. Πως εξηγείται ανθρώπινα να πληρώνεται τον δίκαιο μισθό του ο εργάτης της πρώτης ώρας και τον ίδιο μισθό να παίρνει και ο της ενδεκάτης; Δεν δείχνει αυτό της υπέρ άνθρωπον δικαιοσύνη και λογική του Θεού;

Αν λοιπόν δεχόμαστε την δημιουργία του ανθρώπου από τον Θεό διά του Χριστού, δεχόμαστε και όσα μας παρέδωσε η Εκκλησία του Χριστού. Αν δεν δεχόμαστε Θεό δημιουργό, κυβερνήτη του σύμπαντος και μελλοντικό Κριτή της οικουμένης, ιδρυτή της Εκκλησίας και των Ιερών Μυστηρίων, γιατί μας απασχολεί το λειτούργημα της Ιεροσύνης; Ποιο νόημα έχει για μας η Ιεροσύνη;

Αν όμως δεχόμαστε ότι τα πάντα οικονόμησε ο Θεός για τον άνθρωπο και τη σωτηρία του , τότε εμπιστευόμαστε και τη λογική Του και τις ευεργεσίες Του και τις εντολές Του και υποτασσόμαστε στη Τάξη της Εκκλησίας, που είναι ο ίδιος ο Χριστός παρατεινόμενος στους αιώνες.

Τελευταία ακούστηκαν και άλλα εξωφρενικά. Προτείνουν οι σύγχρονες φεμινίστριες να γίνονται γυναίκες Κληρικοί και να καταλαμβάνουν θέσεις Πατριαρχών, Αρχιεπισκόπων , Παπών, Μητροπολιτών κτλ. Οποία φαιδρότης! Οι συντάκτες αυτού του Ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κατά του οποίου η Εκκλησία της Ελλάδος υπέβαλε ένσταση, φανερώνουν ότι δεν υποπτεύονται καν τον θεοσύστατο χαρακτήρα της Εκκλησίας , ότι η Χριστιανική Ορθόδοξη Εκκλησία είναι θεανθρώπινος οργανισμός, όπου πρυτανεύει ο νόμος τους Ευαγγελίου , για τον οποίο ο Χριστός είπε ‘ ‘ιώτα έν ή μία κεραία ου μη παρέλθη από του νόμου έως αν πάντα γένηται’’ (Ματθ. 5,18). Άρα θα γίνονται έτσι στο διηνεκές , μέχρι της συντέλειας . το ζητούμενο όμως δεν είναι αν θα γίνομε ανώτεροι ή κατώτεροι Κληρικοί , αλλά αν θα σωθούν οι ψυχές μας. γιατί όταν θα κλείσει η αυλαία αυτού του κόσμου , ούτε οι Πατριάρχες ούτε οι Πάπες θα φοράνε μίτρες και εγκόλπια, αλλ’ όλοι γυμνοί και τετραχηλισμένοι θα αναμένομε την αθωωτική ή καταδικαστική ψήφο του Κριτή για τα πεπραγμένα μας. Το χρέος μας είναι να αγιάσουμε τις ψυχές μας.

Κείμενο: Καθηγουμένης Θεολογίας Μοναχής
Από το βιβλιαράκι: Η ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΤΕΛΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ
Ιερά μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μικροκάστρου Σιατίστης.

ANAΣΤΕΝΑΡΙΑ-ΠΥΡΟΒΑΣΙΑ:ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ;


ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΥΡΟΒΑΣΙΑΣ

H πυροβασία ή ακαϊα (το να μην καίγεται δηλαδή κάποιος εκτεθειμένος σε υψηλή θερμοκρασία) εξασκείται και σήμερα σε ορισμένα νησιά του Ειρηνικού ωκεανού, καθώς και στην Άπω Ανατολή, στα πλαίσια θρησκευτικών τελετών και με την επίκληση υπερφυσικών δυνάμεων από τους πυροβάτες.
Το φαινόμενο της ακαϊας στον ελληνικό χώρο ταυτίζεται με το γνωστό λαϊκό έθιμο των αναστεναρίων, που κυρίως ετελείτο, μέχρι πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1923, σε διάφορα χωριά της ΒΑ Θράκης, προς τιμήν του αγίου Κωνσταντίνου, σήμερα δε τελείται περισσότερο στα χωριά: Μελίκη Βέροιας, Λαγκαδά, Μακρολεύκη Δράμας και Αγία Ελένη Σερρών. Εκεί πανηγυρίζουν για να εορτάσουν την ανάμνηση της διάσωσης των εικόνων των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης από πυρκαγιά, που ξέσπασε το 1250 στον φερώνυμο ναό τους, στο Λαγκαδά. Η πυροβασία αποτελεί το αποκορύφωμα του πανηγυριού.
Αν και η Εκκλησία πολλές φορές έχει τονίσει την αντίθεσή της στις ενέργειές τους, δεισιδαίμονες κάτοικοι των περιοχών καταλαμβάνονται ξαφνικά, όπως λένε οι ίδιοι, από το πνεύμα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, τους "πιάνει ο άγιος" ή τους "καλεί η εικόνα" που κρατάνε, και σε κατάσταση έκστασης πατάνε πάνω στα αναμμένα κάρβουνα, χωρίς να καίγονται τα πόδια τους και χωρίς να δημιουργούνται εγκαύματα.
Η λατρεία αρχίζει την νύχτα της παραμονής της 21ης Μαϊου με μανιώδεις χορούς των θιασωτών αρχικά γύρω από αναμμένη φωτιά και έπειτα πάνω στη φωτιά με συνοδεία αυλού, τυμπάνου, ασκαύλου και λύρας, ρυθμικά και ολοένα πιο έντονα, ενώ εκφέρουν άναρθρα επιφωνήματα. Ακολουθεί έξοδος δρομέα, που περιέρχεται όλο το χωριό, και επάνοδος στην πυρά, εξακολούθηση του χορού και εξόρμηση προς τα γειτονικά χωριά, τελετουργία σφαγής ταύρου και μοίρασμα κρεάτων στο χωριό. Κατά τη διάρκεια δε των νυκτερινών αυτών τελετών δεν λείπουν και οι γενετήσιες μείξεις.
Για το θέμα αυτό, και το ενδιαφέρον που παρουσιάζει, έχουν μιλήσει και γράψει θεολόγοι, ψυχολόγοι, γιατροί, φυσικοί επιστήμονες, αλλά και μέντιουμ, διότι πολλά από τα δρώμενά του είναι απαράλλακτα με εκείνα που συμβαίνουν σε πνευματιστικές συνεδριάσεις.



ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ

Tο φαινόμενο της ακαϊας αποδίδεται από τους παραψυχολόγους στην έντονη ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία του πυροβάτη απ' όλο του το σώμα και κυρίως από τα πόδια, η οποία τον περιβάλλει σαν μονωτική ασπίδα. Η ακτινοβολία αυτή, ή "αύρα", προετοιμάζεται με αυτοσυγκέντρωση και υποβολή από τους αναστενάρηδες, που τους οδηγεί σιγά σιγά στην αισθητηριακή απάθεια. Για την Εκκλησία παραμένει μαγική συνήθεια και όχι φυσικά θεία επέμβαση.
Δεν πρέπει να παραλείψουμε να εκθέσουμε και τη σύγχρονη εξήγηση για τα αναστενάρια των φυσικών του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας. Σύμφωνα με αυτήν την ερμηνεία τα κάρβουνα, που χρησιμοποιούνται για την πυροβασία, έχουν μεν θερμότητα 1.500 βαθμών Φαρενάϊτ, αλλά είναι κακοί αγωγοί της θερμότητας. Παρομοιάζουν το φαινόμενο αυτό με εκείνο του γλυκίσματος, που ψήνεται στο φούρνο. «Μέσα στο φούρνο το γλύκισμα, το ταψί και ο αέρας έχουν την ίδια θερμοκρασιά των 350 βαθμών Φαρενάϊτ. Ο ψήστης, όμως, μπορεί να ακουμπήσει το γυμνό του χέρι μόνο στο γλύκισμα για να δει αν έχει ψηθεί, αλλά δεν μπορεί να ακουμπήσει το ταψί για χρόνο μεγαλύτερο του ενός δευτερολέπτου χωρίς να καεί» («Χριστιανισμός και Θρησκεύματα», ΟΕΔΒ, Β' Λυκείου, σελ. 284).
Στη φυσική εξήγηση, ακόμη, της ακαϊας μπορεί να συμβάλει το φαινόμενο του Leyden-Frost. Σύμφωνα μ' αυτό, αν τοποθετήσουμε σταγόνα νερού πάνω σε πυρακτωμένη μεταλλική επιφάνεια, πχ. στο μάτι ηλεκτρικής κουζίνας, θα διαπιστώσουμε πως η σταγόνα ούτε θα βράσει, ούτε θα εξατμισθεί, αλλά θα αιωρείται και θα κινείται χωρίς να αγγίζει το πυρακτωμένο μέταλλο, χάρις σε ένα στρώμα ατμού, που σχηματίζει η θερμότητα που εκλύεται. Όταν η θερμότητα ελαττωθεί σε σημείο που να μην σχηματίζει στρώμα ατμού, τότε η σταγόνα αγγίζει το μέταλλο και βράζει. Ο Daniel Mannich αναφέρει την περίπτωση του Julian Sabert, ο οποίος εισερχόμενος σε θερμαινόμενο φούρνο γυμνός, κρατώντας ένα κομμάτι ωμού κρέατος, δεν πάθαινε ο ίδιος τίποτε, λόγω της άφθονης εφίδρωσής του, ενώ το κρέας ψηνόταν.
Τα γεγονότα ότι: α) σε καταστάσεις ομαδικής υστερίας, όπως είναι και τα αναστενάρια, έχει παρατηρηθεί ψυχιατρικά, σε αρκετές περιπτώσεις, πρόσκαιρη λειτουργική αναλγησία με απώλεια του πόνου, β) είναι αδύνατη η πυροστασία (ακινησία μέσα στη φωτιά), γ) οι αναστενάρηδες εισέρχονται και εξέρχονται γρήγορα (ταχυποδία) από τη φωτιά και δ) έχουν σκληρά πέλματα, μας δίνουν αφορμές για μια περαιτέρω βιολογική και ψυχολογική έρευνα του φαινομένου, πέρα από τη μεταφυσική προσέγγισή του ("Ο Άλλος Κόσμος, Στα `Αδυτα της Παραψυχολογίας", Θωμά Λαλαπάνου, εκδ. Μακρή, σελ. 133-135).




___Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΑΣΤΕΝΑΡΙΑ___
Όπου τα φαινόμενα αυτά απαντώνται, έχουν σχέση με ειδωλολατρία ιθαγενών. Γι' αυτούς η πυροβασία είναι πρόκληση επίδειξης πνευματικής αξίας και αναπόσπαστο μέρος μυήσεως στο υπερφυσικό. Το γεγονός πιστοποιείται από τις έρευνες του καθηγητή της Βιβλικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες, Dr. Tohn G. Hill, για τρείς συνεχείς εποχές, στους πυροβάτες της Tahiti και των παραπλησίων νησιών. Ο ίδιος παρατηρεί: "Πρίν η πυροβασία αρχίσει, επικλήσεις γίνονται προς την "Nahime", την "Θεά των Ουρανών" ("Κόσμος εν Κόσμω", Αρ. Σ. Παπασταύρου, εκδ. Μακρή, 1959, σελ. 129, 130, 131).
Οι μύστες της περίεργης αυτής οργιαστικής λατρείας, που καλούνται αναστενάρηδες ή νεστενάρηδες και αναστενάρες ή νεστενάρες, άνδρες και γυναίκες, εκκλησιάζονται συνήθως μόνο την ημέρα των Φώτων, αν και λογίζονται ως ορθόδοξοι χριστιανοί, ενώ έχουν δικό τους αυτοκέφαλο θρησκευτικά σύνδεσμο και ιδιαίτερες κωδωνοφώρες εικόνες των αγίων, που τους παριστάνουν να χορεύουν. Τη λατρεία τους τελούν σε ιδιωτικά ιερά, τα "κονάκια", ή στα "Αγιάσματα", στο δάσος. Η ομάδα έχει δώδεκα μέλη με έναν ιεράρχη, τον Αρχιαναστενάρη, που εκτελεί και χρέη εξορκιστή, θεραπευτή, βροχοποιού και μάντη. Είναι και εξομολόγος στους μελλόνυμφους και τους ευλογεί. Τα δρώμενά τους τελούν για οκτώ ημέρες ή ορισμένοι και για όλο το μήνα Μάϊο.


Βασικό πνευματιστικό στοιχείο παραμένει το γεγονός πως, όσοι παρακολουθούν τους οιστρόπληκτους, συχνά παθαίνουν εκστατικές κρίσεις και σύμφωνα με τον Χουρμουζιάδη (σε ελεύθερη απόδοση) "τρέμοντας και αφρίζοντας, αγριεύοντας το βλέμμα τους και καταλαμβανόμενοι από σπασμούς, λιποθυμούν ...;. Οι παρευρισκόμενοι κρατώντας λαμπάδα τους θυμιάζουν, ενώ μετά από λίγο, αναπηδώντας με ορμή, ασπάζονται την εικόνα του αγίου και πηδώντας και χορεύοντας με μανία τρέχουν έξαλλοι στα δάση, μέχρις ότου δια του χορού η έκσταση κατασιγάσει" («Ο Άλλος Κόσμος ...;..», σελ. 125, 126).
Οι ρίζες του εθίμου είναι ειδωλολατρικές. Αποτελεί συνονθύλευμα αρχαιοελληνικών, διονυσιακών, αιρετικών και χριστιανικών στοιχείων. Τα ειδωλολατρικά γεγονότα που το απαρτίζουν είναι η κατάποση ωμού κρέατος από την ομήγυρι, που συμβολίζει τις θυσίες ταύρων προς τιμήν του θεού Διονύσου, η χρήση οίνου και η εκστατική κατάσταση που πέφτουν οι οπαδοί του, η επιβλητική μουσική, που διεγείρει τις ενθουσιαστικές στιγμές του εγχειρήματος, και η πυροβασία, την οποία εκτελούν μιμούμενοι την αρχαία είσοδο στην φωτιά προς τιμήν της θεάς Αρτέμιδος. Τα προκαταρκτικά θυμίζουν θυσία τελετουργικής μαγείας προς το επικαλούμενον πνεύμα.
Ο Στράβωνας (12, 537) και ο νεοπλατωνικός Ιάμβλιχος βεβαιώνουν την απάθεια των ιερέων της Αρτέμιδας στην Περασιά της Καππαδοκίας, όταν βάδιζαν με γυμνά πόδια πάνω σε ανθρακιά. Επακόλουθο των διαμεσικών αυτών εκδηλώσεων των αναστεναρίων είναι οι μαντείες και η ένωση με τον ψευδο-Θεό. Τα δύο αυτά γνωρίσματα είναι κοινά με τον διονυσιακό μυστικισμό. Στη Θράκη, εξάλλου, που ήταν η κοιτίδα των Διονυσιακών μυστηρίων, κυριαρχούσε η πυροβασία.
Εκεί μεταφέρθηκαν οι Παυλικιανοί από τον Ιωάννη Τσιμισκή γιατί με τη συνεργασία των Αράβων προξενούσαν μεγάλες καταστροφές στο Βυζάντιο. Οι Παυλικιανοί, που είχαν ήδη παρμένο από το Ζωροαστρισμό και τους Πέρσες το έθιμο της πυροβασίας στις συνάξεις τους, συνάντησαν ανάλογες πρακτικές στη Θράκη, τις οποίες και διατήρησαν. Στις Βάκχες του Ευριπίδη (300-301) διασώζεται πως "οταν γαρ ο θεος ες το σωμ' ελθη πολυς, λεγειν το μελλον τους μεμηνοτας ποιει". Πυροβασίες γινόντουσαν ακόμη στους Δελφούς, στην Υάμπολη της Φωκίδας, στα Δαίδαλα της Βοιωτίας, στην Ταρσό της Κιλικίας, στην Καλυδωνία, στην Ιεράπολη της Συρίας, στα Καστάβαλα της Καππαδοκίας κλπ. ("Ο Άλλος Κόσμος..." όπου ανωτέρω, σελ. 117).
Οι αναστενάρηδες, πριν τολμήσουν το χορό της φωτιάς, ευλογούνται, αγιάζονται και εξομολογούνται από τον αρχιπροεστό της ομάδας και όχι από ορθόδοξο ιερέα. Η στάση τους δηλώνει ακόμη την συναίσθηση της "καθαρότητας" απέναντι στους άλλους, που είχαν και οι αιρετικοί Βογόμιλοι τον 10ο αιώνα. Οι αναστενάρηδες πιστεύουν πως η αιτία που δεν καίγονται είναι η μεγάλη τους πίστη, που επομένως εκτιμάται απ' τον Θεό, και ότι η κάθαρση και η λύτρωση επιτυγχάνεται μέσα από τις φαινομενικά χριστιανικές αυτές εκδηλώσεις.
Το να θεωρούν πάντως "θαύμα" την πυροβασία τους και ότι οι ίδιοι είναι οι εκλεκτοί του Θεού αποτελεί μέγιστη ουτοπία. Διότι, εκτός των άλλων, οι ιερές εικόνες ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν από τους αγίους και πατέρες της Εκκλησίας με τέτοιο ανόητο τρόπο. Οι εικόνες στον Ορθόδοξο χώρο προσκυνούνται τιμητικά και παιδαγωγούν εις Χριστόν. Συμβολίζουν μάλιστα τη νέα πραγματικότητα της Βασιλείας του Θεού, που εγκαινίασε η ενανθρώπηση του Χριστού.
Με τα πηδήματα στην πυρά εκφράζουν την προσπάθειά τους για την επαναβίωση των θρησκειών της γονιμότητας και των μυστηριακών ανατολικών θεοτήτων. Με τον ίδιο τρόπο και οι ειδωλολάτρες προγονοί τους λάτρευαν τη γη και προσπαθούσαν να προκαλέσουν με χορό και εκστασιασμούς την κάθοδο της βροχής απ' τον ουρανό, ώστε να γονιμοποιήσει τους καρπούς και να συμβάλει στην ευφορία της φύσης. Πρακτικά, έτσι, εξεβίαζαν το Θείο για να πετύχουν καλό κυνήγι και καλή σοδειά, μια σχέση που βασιζόταν στην αλληλοεξυπηρέτηση μέσω των θυσιών ("do ut des", δηλ. "δώσε μου τροφή για να σου κάνω θυσίες").
Άλλωστε, το πνεύμα του Κυρίου είναι πνεύμα πραότητας και ειρήνης, όχι ακαταστασίας και αγρίων φωνών, που ενίοτε εκβάλλουν οι εισερχόμενοι στα αναμμένα κάρβουνα. Η παραλογία του φαινομένου, που τελείται αφού σφαχτεί ένας ταύρος και ακολουθήσει όπως είπαμε ωμοφαγία, θυμίζει έντονα τις θυσίες ταύρων από τους ιερείς του Δία την εποχή των Αποστόλων, ιερά σφάγια που εξόργισαν ιδιαίτερα τον απ. Παύλο και τον Βαρνάβα, με αποτέλεσμα να ξεσχίσουν τα ρούχα τους διαμαρτυρόμενοι για την ειδωλολατρεία τους, και καλώντας τους να επιστρέψουν από τα μάταια αυτά πράγματα στη λατρεία του ζωντανού Θεού (Πράξεις 14, 13-15).
Οι ψευτοαγιαστικές αυτές εμπειρίες των αναστενάρηδων, που μπορούν για παραπλανήσουν τους μη ενημερωμένους και αφελείς συνανθρώπους μας, είναι καθαρά τελετές δαιμονοπληξίας, που απαντώνται συχνά σε συγκεντρώσεις διαμέσων. Το πνεύμα που τους καταλαμβάνει τους αναγκάζει επίμονα να προβούν σε παρόμοιες πράξεις. Ο καθηγητής Γεώργιος Μέγας, στον 19ο τόμο της λαογραφίας του, περιγράφει τα δαιμονιώδη ξεσπάσματα των ανδρών ή γυναικών, που σχίζουν τα ρούχα τους από θρησκευτική μανία, τρέχουν, πηδούν και χορεύουν ξυπόλητοι ή με τις κάλτσες στη φωτιά, ανακατώνουν με τα χέρια τα κάρβουνα, πέφτουν σε καταληψία, επιθυμούν στη διάρκεια των εκδηλώσεων να τους θυμιάζουν και αρρωσταίνουν επικίνδυνα ή πεθαίνουν αν δεν χορέψουν στη φωτιά, τη στιγμή που τους "πιάνει ο άγιος".
Οι πνευματιστές Β. Τσινούκας, Τανάγρας και Αριστ. Παπασταύρου -για να αρκεστούμε σε μερικούς γνωστούς- εντάσσουν στα βιβλία τους την Ακαϊα ή Πυροβασία στα πνευματιστικά φαινόμενα. Άλλωστε και ο προαναφερθείς λαογράφος Γ. Μέγας στην ίδια μελέτη αναφέρει την μισοπεθαμένη όψη αυτών των ανθρώπων, που άκουγαν αλλά δεν απαντούσαν τίποτα, μέχρι να έλθει η στιγμή να ελευθερωθούν. Όταν δε ερχόντουσαν στον εαυτό τους, ήταν βουτηγμένοι στον ιδρώτα σαν από βαρειά δουλειά.
Ο καθηγητής M. Arnaudoff χαρακτηρίζει τα Αναστενάρια ως κατάλοιπα οργιαστικής λατρείας, που συνδέθηκε με ειδωλολάτρες λάτρεις του Μ. Κωνσταντίνου, σε συνδυασμό με μαντικές και εκστατικές ιδιότητες. Κατ' αυτόν, συγκρίνονται με τους μάγους Σαμάνους, τους στροβιλιζόμενους Δερβίσηδες και τους μάγους θεραπευτές των πρωτογόνων φυλών.
Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Θεολογία, η ένωση με το Θεό και η θαυματοποιία -που δεν είναι εκ των προτέρων κατασκευασμένα φαινόμενα σαν αυτά που αναλύουμε- είναι αποτέλεσμα της επενέργειας της Χάριτος του Θεού στους ταπεινούς και, με καθαρή καρδιά, φωτισμένους ή θεωμένους εκ πνεύματος Αγίου, άνδρες και γυναίκες της Εκκλησίας μας, και δεν είναι συνέπεια νεοεποχίτικων τεχνικών και διαδικασιών μετασχηματισμού του Σατανά.
O άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης κατατάσσει τα "βαστάματα των αγίων εικόνων" στο 13ο είδος μαντείας και μαγείας. Θεωρεί δαιμονισμένους όσους τρέχουν σαν τρελλοί, εδώ και εκεί, βαστώντας τις εικόνες του αγίου Γεωργίου, του αρχαγγέλου Μιχαήλ και άλλων αγίων στους ώμους τους, ανάμεσα σε βουνά και σε λαγκάδια, και κτυπούν πότε στο ένα μέρος και πότε στο άλλο με τις άγιες εικόνες, περιβρέχονται με τον ιδρώτα τους, τάχα απ' το βάρος των εικόνων, προμαντεύουν μερικά πράγματα και φανερώνουν εκείνα που ορισμένοι έχασαν. Πρόκειται λέει για παληές εθνικές και νεκρωμένες πλάνες. Το γιατί τώρα ο Θεός επιτρέπει τέτοια χρήση των εικόνων οφείλεται σε πολλούς λόγους:
α) για την απιστία των σύγχρονων χριστιανών στον Χριστό και τους αγίους, ένεκα της οποίας ο Θεός παραχωρεί να γίνονται αυτά
β) εξαιτίας της καταφρόνησης των εικόνων, που τις πλησιάζουν οι άνθρωποι αθεόφοβα και χωρίς ευλάβεια
γ) για την αδιαντροπιά του διαβόλου
(«Λόγος Ψυχωφελέστατος κατά των μαγικών ειδών», αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Θεσσαλ., σελ. 59-61).
Όσον αφορά το τελευταίο γνωρίζουμε ότι ο Θεός έχει παραχωρήσει προσωρινά κάποιες εξουσίες στον σατανά και μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία Του, για να μπορεί να αντιστρατεύεται στο θέλημά Του και να παρασέρνει με τη δύναμή του όσους, οικειοθελώς, τον ακολουθήσουν. Διότι η καλή πράξη έχει ηθική αξία μόνο εφόσον ο άνθρωπος, αν και έχει την ελευθερία να κάνει και την αντίθετή της κακή πράξη, δεν το επιθυμεί.


Kύριο βοήθημα: Το βιβλίο «Πνευματισμός, Παραψυχολογία και Μαγεία στο φως του Χριστιανισμού», Μιχαήλ Γ. Χούλη, εκδόσεις ΦΩΤΟΔΟΤΕΣ, Αθήνα

ΓΙΑ ΤΗ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ (π.Αλέξανδρου Σμέμαν)

|

Ομάδα εργασίας
του 33ου Ιερατικού Συνεδρίου
της Ι. Μητρ. Γερμανίας
Μόναχο, 30 Οκτωβρίου 2002

Μετάφραση από τα αγγλικά:
Αρχιμ. Αμβρόσιος Κουτσουρίδης



Αγαπητέ φίλε,

όταν μου ζήτησες να σκιαγραφήσω την ορθόδοξη αντίδραση στην ιδέα της χειροτονίας των γυναικών στην ιερωσύνη, σκέφτηκα στην αρχή ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν πολύ δύσκολο. Πράγματι δεν είναι δύσκολο να δηλώσω απλώς ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι εναντίον της ιερωσύνης των γυναικών και ν΄ απαριθμήσω όσον το δυνατόν πληρέστερα τους δογματικούς, κανονικούς και πνευματικούς λόγους γι΄ αυτή την αντίθεση. Ύστερα από ωριμότερη σκέψη, ωστόσο, πείσθηκα ότι μια τέτοια απάντηση θα ήταν όχι μόνο άχρηστη, αλλ΄ακόμη και επιζήμια. Άχρηστη, διότι όλοι αυτοί οι «επίσημοι» λόγοι -αγιογραφικοί, παραδοσιακοί, κανονικοί- είναι πολύ γνωστοί στους συνηγόρους της χειροτονίας των γυναικών, όπως επίσης γνωστή είναι η γενική εκκλησιολογική θέση μας, την οποία ανάλογα με τη διάθεση και τις τρέχουσες προτεραιότητές τους, οι Δυτικοί αδελφοί μας είτε την χαιρετούν ως «την κύρια οικουμενική συνεισφορά» της Ορθοδοξίας, είτε την απορρίπτουν ως αρχαϊκή, στενόμυαλη και άσχετη. Επιζήμια, διότι, αν και τυπικά σωστή, αυτή η απάντηση θα κατέστρεφε παρ΄ όλ΄ αυτά την πραγματική ορθόδοξη θέση περιορίζοντάς την σ΄ ένα θεολογικό πλαίσιο και μία προοπτική, ξένα προς την ορθόδοξη σκέψη. Διότι η Ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ δεν αντιμετώπισε αυτό το ερώτημα. Είναι για μάς τελείως ξένο, μία casus irrealis, για την οποία δεν βρίσκουμε βάση, όρους αναφοράς στην Παράδοσή μας, στην ίδια την εμπειρία της Εκκλησίας, και για τη συζήτηση της οποίας, ως εκ τούτου, απλώς δεν είμαστε προετοιμασμένοι.

Αυτή είναι λοιπόν η δυσκολία μου. Δεν μπορώ να συζητήσω το πρόβλημα καθ΄ εαυτό, διότι κάτι τέτοιο θα απαιτούσε τη διευκρίνιση της τοποθέτησής μας όχι μόνο στο θέμα των γυναικών και της ιερωσύνης, αλλά πάνω απ΄ όλα στο θέμα του Θεού στην Τριαδική Ζωή Του, της Δημιουργίας, της Πτώσης και της Απολύτρωσης, της Εκκλησίας και του μυστηρίου της ζωής της, της θεώσεως του ανθρώπου και της ανακεφαλαίωσης των πάντων εν Χριστώ. Εκτός απ΄ όλ΄ αυτά, θα παρέμενε ακατανόητο, είμαι σίγουρος, γιατί η χειροτονία των γυναικών στην ιερωσύνη είναι για μάς ισοδύναμη μ΄ ένα ριζικό και ανεπανόρθωτο ακρωτηριασμό ολόκληρης της πίστης, η απόρριψη ολόκληρης της Αγίας Γραφής -και περιττό να το πω, το τέλος όλων των «διαλόγων»… Συν τοις άλλοις, η απάντησή μου θα ηχούσε ως άλλη μία «συντηρητική» και «παραδοσιακή» υπεράσπιση της ισχύουσας, κατάστασης (status quo). Ακριβώς του ίδιου πράγματος, το οποίο πολλοί Χριστιανοί σήμερα, έχοντάς το ακούσει πάρα πολλές φορές, το απορρίπτουν ως υποκρισία, έλλειψη υπακοής στο θέλημα του Θεού, τυφλότητα έναντι του κόσμου, κ.τ.λ. Ολοφάνερα εκείνοι που απορρίπτουν την Παράδοση δεν θα προσέξουν γι΄ άλλη μια φορά ένα επιχείρημα από την Παράδοση (extraditione)…

Αλλά τι θα προσέξουν; Η κατάπληξή μας -και αυτή η κατάπληξη είναι πάνω απ΄ όλα η ορθόδοξη αντίδραση- είναι ακριβώς σχετική με την περίεργη και για μάς ακατανόητη βιασύνη, με την οποία το ερώτημα για τη χειροτονία των γυναικών έγινε αρχικά αποδεκτό ως ζήτημα, έπειτα γρήγορα περιορίσθηκε στο επίπεδο ενός «θέματος κανονικής τάξης» και τελικά προσδιορίσθηκε ως ένα ζήτημα διαπραγματεύσιμο για ν΄ αντιμετωπισθεί με ψηφοφορία! Σ΄ αυτή την περίεργη κατάσταση το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σου μεταφέρω αυτή την κατάπληξη, απαριθμώντας εν συντομία τα κύρια «συστατικά μέρη» της, όπως εγώ τα βλέπω και τα καταλαβαίνω.

Η πρώτη διάσταση της κατάπληξής μας μπορεί να ορισθεί «οικουμενική». Η δημόσια συζήτηση για τη χειροτονία των γυναικών αποκαλύπτει κάτι, το οποίο υποπτευόμασταν εδώ και πολύ καιρό, που, όμως, τώρα επιβεβαιώνεται πέρα από κάθε αμφιβολία: την αληθινά ενδογενή αδιαφορία της Χριστιανικής Δύσης σε οτιδήποτε πέρα από τη σφαίρα της δικής της προβληματολογίας, της δικής της εμπειρίας. Μπορώ μόνο να επαναλάβω εδώ ό,τι είπα προηγουμένως: ακόμη και η λεγόμενη «οικουμενική κίνηση» , παρά τους ισχυρισμούς της περί του αντιθέτου, πάντοτε υπήρξε και ακόμη ένα καθαρά Δυτικό φαινόμενο, βασισμένο σε Δυτικές προϋποθέσεις και προσδιορισμένο από μία ειδικά Δυτική «ημερήσια διάταξη». Αυτό δεν είναι «υπερηφάνεια» ή «υπεροψία». Αντιθέτως, η Χριστιανική Δύση σχεδόν κατατρύχεται από ένα σύμπλεγμα ενοχής και δεν απολαμβάνει τίποτε περισσότερο από την αυτοκριτική και την αυτοκαταδίκη. Μαστίζεται από μία ολοκληρωτική αδυναμία να υπερβεί τον εαυτό της, να αποδεχθεί την απλή ιδέα ότι η δική της εμπειρία, τα προβλήματα, οι τρόποι σκέψης και οι προτεραιότητες μπορεί να μην είναι παγκόσμια, ότι ίσως χρειασθεί να εκτιμηθούν και να κριθούν στο φως μιας αληθινά παγκόσμιας, αληθινά «καθολικής» εμπειρίας. Οι Δυτικοί Χριστιανοί σχεδόν ενθουσιωδώς κρίνουν και καταδικάζουν τους εαυτούς τους - αλλά με τους δικούς τους όρους, μέσα στη δική τους αθεράπευτα «Δυτική» προοπτική. Έτσι όταν αποφασίσουν -στη βάση της δικής τους, πιθανώς περιορισμένης και διασπασμένης, ειδικά Δυτικής «πολιτιστικής κατάστασης»- ότι πρέπει να «επανορθώσουν» αδικίες που έγιναν σε βάρος των γυναικών, σχεδιάζουν να το κάνουν αμέσως και χωρίς καθόλου να ρωτούν τι μπορεί να σκέφτονται «οι άλλοι» γι΄ αυτό, και μένουν ειλικρινά κατάπληκτοι, ίσως και θλιμμένοι, από την έλλειψη, εκ μέρους αυτών «των άλλων», οικουμενικού πνεύματος, συμπάθειας και κατανόησης.

Προσωπικά έχω αρκετά συχνά ασκήσει κριτική στους ιστορικούς περιορισμούς της ορθόδοξης νοοτροπίας , για να μη έχω το δικαίωμα να πω εν πάση ειλικρινία ότι σε μένα η δημόσια συζήτηση για τη χειροτονία των γυναικών μοιάζει να ΄ναι επαρχιώτικη, βαθύτατα σημαδεμένη κι ακόμη περιορισμένη από Δυτικό εγωκεντρισμό και αυτάρκεια, από μία αφελή, σχεδόν παιδιάστικη πεποίθηση, ότι κάθε «τάση» στον Δυτικό πολιτισμό δικαιώνει μία ριζική επανεξέταση ολόκληρης της Χριστιανικής Παράδοσης. Πόσων τέτοιων»τάσεων» μάρτυρες έχουμε γίνει στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών του ταραγμένου αιώνος μας! Πόσες αντίστοιχες «θεολογίες»! Η διαφορά πάντως τούτη τη φορά είναι, ότι σ΄ αυτό το συγκεκριμένο δημόσιο διάλογο αντιμετωπίζει κανείς όχι μία παροδική διανοητική και ακαδημαϊκή «ιδιοτροπία» -όπως ο «θάνατος του Θεού», η εκκοσμικευμένη πόλη», ο «εορτασμός της ζωής», κ.τ.λ. -, η οποία, αφού παρήγαγε μερικές εφήμερες εκδοτικές επιτυχίες, απλώς εξαφανίστηκε, αλλά την απειλή μιας αμετάκλητης και ανεπανόρθωτης πράξης, η οποία, εάν γίνει πραγματικότητα, θα παράγει μία νέα, και τούτη τη φορά είμαι πεπεισμένος τελική, διαίρεση ανάμεσα στους Χριστιανούς, θα σημαίνει, τουλάχιστον για τους Ορθοδόξους, το τέλος των διαλόγων…

Είναι πολύ γνωστό ότι οι συνήγοροι της χειροτονίας των γυναικών εξηγούν τον αγιογραφικό και τον παραδοσιακό αποκλεισμό των γυναικών από τον κλήρο με πολιτιστικές «προϋποθέσεις». Αν ο Χριστός δεν συμπεριέλαβε γυναίκες στους δώδεκα, αν η Εκκλησία για αιώνες δεν τις συμπεριέλαβε στην ιερωσύνη της, αυτό συνέβη εξαιτίας του «πολιτισμού», ο οποίος θα καθιστούσε κάτι τέτοιο αδύνατο τότε. Δεν είναι ο σκοπός μου ν΄ αναφέρω εδώ τις θεολογικές και ερμηνευτικές συνέπειες αυτής της άποψης, όπως επίσης την καθαρά ιστορική βάση της, η οποία, παρεμπιπτόντως, φαίνεται σε μένα υπερβολικά αδύνατη και επισφαλής. Αυτό που πραγματικά είναι θαυμαστό είναι ότι, ενώ είναι απολύτως πεπεισμένοι ότι κατανοούν περασμένους «πολιτισμούς», οι συνήγοροι της χειροτονίας των γυναικών φαίνονται να αγνοούν πλήρως τις δικές τους πολιτιστικές «προϋποθέσεις», τη δική τους υποταγή στον «πολιτισμό».

Πώς αλλιώς μπορεί κανείς να εξηγήσει την ετοιμότητά τους να αποδεχθούν κάτι που μπορεί ν΄ αποδειχθεί πρόσκαιρο φαινόμενο και κάτι που είναι, εν πάση περιπτώσει, ένα φαινόμενο μόλις στην αρχή του (για να μη μιλήσω για το απελευθερωτικό κίνημα των γυναικών, το οποίο επί του παρόντος δεν είναι παρά αναζήτηση και πειραματισμός), ως μία επαρκή δικαίωση για μία ριζική αλλαγή στην ίδια τη δομή της Εκκλησίας; Πώς αλλιώς, επιπλέον, θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε το γεγονός, ότι αυτό το κίνημα γίνεται αποδεκτό με τους δικούς του όρους, τ.έ. εντός της προοπτικής των «δικαιωμάτων», της «δικαιοσύνης», της «ισότητας», κ.ο.κ., όλα κατηγορίες, των οποίων η ικανότητα να εκφράσουν επαρκώς τη χριστιανική πίστη και να εφαρμοσθούν ως τέτοιες εντός της Εκκλησίας είναι, το λιγότερο, αμφισβητήσιμη;

Η πικρή αλήθεια είναι ότι η ιδέα της χειροτονίας των γυναικών, όπως εμφανίζεται και συζητείται σήμερα, είναι το αποτέλεσμα πάρα πολλών συγχύσεων και απλοποιήσεων. Αν η ρίζα της είναι η υποταγή στον «πολιτισμό», ο τρόπος ανάπτυξής της διαμορφώνεται από μια υποταγή στον «κληρικαλισμό». Κατέχεται πράγματι, σχεδόν πλήρως, από την παλιά «κληρικαλική» άποψη για την Εκκλησία και τον σύμφυτο μ΄ αυτή διπλό «υποβιβασμό»: αφ΄ ενός τον υποβιβασμό της Εκκλησίας σε «δομή εξουσίας» και αφ΄ ετέρου τον υποβιβασμό αυτής της δομής εξουσίας στον κλήρο. Στην υποτιθέμενη «κατωτερότητα» των γυναικών εντός της κοσμικής δομής εξουσίας ανταποκρίνεται η δική τους «κατωτερότητα», τ.έ. ο αποκλεισμός τους από τον κλήρο, εντός της εκκλησιαστικής δομής εξουσίας. Στη δική τους «απελευθέρωση» στην κοσμική κοινωνία πρέπει ως εκ τούτου ν΄ αντιστοιχεί η δική τους «απελευθέρωση», τ.έ. η χειροτονία στην Εκκλησία.

Η Εκκλησία, όμως, δεν μπορεί απλώς να περιορισθεί σ΄ αυτές τις κατηγορίες. Εφ΄ όσον προσπαθούμε να μετρήσουμε το ανέκφραστο μυστήριο της ζωής της με έννοιες και ιδέες εκ των προτέρων ξένες προς την ίδια την ουσία της, κυριολεκτικά την ακρωτηριάζουμε, και η αληθινή δύναμή της, η δόξα και η ομορφιά της, η υπερβατική αλήθειά της απλώς μας διαφεύγουν.

Γι΄ αυτό το λόγο κλείνοντας αυτό το γράμμα μπορώ μόνο να ομολογήσω, δίχως να εξηγώ και να δικαιώνω αυτή την ομολογία με οποιεσδήποτε «αποδείξεις», ότι η μη χειροτονία των γυναικών στην ιερωσύνη δεν έχει τίποτε να κάνει, απολύτως τίποτε, με οποιαδήποτε «κατωτερότητα» που μπορούμε να επινοήσουμε ή να φανταστούμε. Στην ουσιώδη αλήθεια, η οποία μόνη συνιστά το περιεχόμενο της πίστης μας και διαμορφώνει ολόκληρη τη ζωή της Εκκλησίας, στην πραγματικότητα της Βασιλείας του Θεού, η οποία είναι τέλεια κοινωνία, τέλεια γνώση, τέλεια αγάπη και τελικά η «θέωση» του ανθρώπου, δεν υπάρχει πραγματικά «άρσεν και θήλυ». Ακόμη περισσότερο, σ΄ αυτή την πραγματικότητα, της οποίας γινόμαστε συμμέτοχοι εδώ και τώρα, όλοι εμείς -άνδρες και γυναίκες, δίχως καμία διάκριση- είμαστε «βασιλείς και ιερείς», διότι είναι η ουσιώδης ιερωσύνη της ανθρώπινης φύσης και αποστολής, την οποία ο Χριστός αποκατέστησε σ΄ εμάς.

Εξαιτίας αυτής της ιερατικής ζωής, αυτής της έσχατης πραγματικότητας, η Εκκλησία είναι και προσφορά και αποδοχή. Και για να ισχύει αυτό, για να είναι πάντοτε και παντού η Εκκλησία δωρεά του Αγίου Πνεύματος δίχως μέτρο ή περιορισμούς, ο Υιός του Θεού πρόσφερε τον εαυτό Του μοναδική θυσία, και έκανε αυτή τη μοναδική θυσία και αυτή τη μοναδική ιερωσύνη το ίδιο το θεμέλιο, πράγματι την ίδια τη «μορφή» της Εκκλησίας. Αυτή η ιερωσύνη είναι του Χριστού, όχι δική μας. Όχι μόνο κανείς από μας, άνδρες και γυναίκες, δεν έχει «δικαίωμα» σ΄ αυτή, αλλά εμφατικά δεν είναι ανάλογη με καμία από τις ανθρώπινες κλήσεις, ή ακόμη και ανώτερη απ΄ όλες τις άλλες . Ο ιερέας στην Εκκλησία δεν είναι «άλλος ένας» ιερέας και η θυσία που προσφέρει δεν είναι «άλλη μία» θυσία. Είναι πάντα και μόνο του Χριστού η ιερωσύνη και του Χριστού η θυσία, διότι σύμφωνα με τους λόγους της ευχής του χερουβικού ύμνου «συ ει ο προσφέρων και προσφερόμενος και διαδιδόμενος…» . Και έτσι η «θεσμική» ιερωσύνη στην Εκκλησία δεν έχει καμία «οντολογία» από μόνη της. Υπάρχει μόνον για να κάνει τον ίδιο τον Χριστό παρόντα, για να κάνει τη δική Του μοναδική ιερωσύνη και με τη δική Του μοναδική Θυσία πηγή της ζωής της Εκκλησίας και «απόκτηση» από τους ανθρώπους του Αγίου Πνεύματος. Και αν ο κομιστής, η εικόνα και ο εκπληρωτής αυτής της μοναδικής ιερωσύνης είναι άνδρας και όχι γυναίκα, είναι επειδή ο Χριστός είναι άνδρας και όχι γυναίκα…

Γιατί; Αυτή φυσικά είναι η μόνη σημαντική, η μόνη σχετική ερώτηση, αυτή που κανείς «πολιτισμός», καμία «κοινωνιολογία», καμία «ιστορία» και ακόμη καμία «ερμηνεία» δεν μπορεί να απαντήσει. Διότι μπορεί ν΄ απαντηθεί μόνο από τη θεολογία, στην αρχέγονη και ουσιώδη έννοια αυτής της λέξης στην Εκκλησία ως την ενατένιση και τη θέα της ίδιας της Αλήθειας, ως κοινωνία με το άκτιστο Θείο Φως. Μόνο εδώ, σ΄ αυτή την εξαγνισμένη και αποκατεστημένη όραση, μπορούμε ίσως ν΄ αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε γιατί το ανέκφραστο μυστήριο της σχέσεως ανάμεσα στο Θεό και τη δημιουργία Του, ανάμεσα στυο Θεό και στον περιούσιο λαό Του, ανάμεσα στο Θεό και στην Εκκλησία Του αποκαλύπτεται «ουσιωδώς» σε μας ως ένα γαμήλιο μυστήριο, σαν την εκπλήρωση ενός μυστικού γάμου. Γιατί, μ΄ άλλα λόγια, η ίδια η Εκκλησία, ο ίδιος ο άνθρωπος και ο κόσμος, όταν ατενίζονται στην έσχατη αλήθεια και τον προορισμό τους, αποκαλύπτονται σε μας ως μία Νύμφη, ως γυναίκα ντυμένη στον ήλιο. Γιατί στο έσχατο βάθος της αγάπης και της γνώσης της, της χαράς και της κοινωνίας της, η Εκκλησία ταυτίζει τον εαυτό της με μία Γυναίκα, την οποία εξυμνεί ως «τιμιωτέραν των Χερουβίμ, και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφίμ».

Είναι αυτό το μυστήριο που πρέπει να «κατανοηθεί» με τα μέσα του διαλυμένου και πεπτωκότος κόσμου μας, ο οποίος γνωρίζει και δοκιμάζει τον εαυτό του μόνο μέσα στη διάλυση και τη διάσπασή του, στις εντάσεις και τις διχοτομίες του, και ο οποίος, ως τέτοιος, είναι ανίκανος για το έσχατο όραμα; Ή είναι αυτό το όραμα και αυτή η μοναδική εμπειρία που πρέπει να γίνουν ξανά για μας τα «μέσα» για την από μέρους μας κατανόηση του κόσμου, η αφετηρία και η ίδια η δυνατότητα για μία αληθινή θεϊκή νίκη έναντι όλων αυτών που σε τούτο τον κόσμο δεν είναι παρά ανθρώπινα, ιστορικά και πολιτιστικά;

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2008

Ειδική και Γενική Ιερωσύνη;

Η Ιερωσύνη είναι δύο ειδών
Α) Η Ειδική
Με την ειδική ίερωσύνη παρέχονται στην Εκκλησία οι ιερείς, οι ποιμένες και οι διδάσκαλοι της, το ιερατείο γενικά που διοικεί και κατευθύνει το πλήρωμα της Εκκλησίας. Είναι δε η ίερωσύνη το θεοσύστατο μυστήριο, κατά το όποιο οι επιθυμούντες να προσέλθουν στις τάξεις του ιερού κλήρου προβιβάζονται δια της χειροτονίας από επισκόπους σε έναν από τους τρεις ιερατικούς βαθμούς, διάκονο, πρεσβύτερο και επίσκοπο. Ενώ δε τους ιερείς και διακόνους χειροτονεί ένας επίσκοπος, τον επίσκοπο χειροτονούν δύο ή και περισσότεροι επίσκοποι. Η χάρη που χορηγείται στους χειροτονημένους τους ενισχύει στο να αναλάβουν θεοφιλώς το τόσο υψηλό και ιερό έργο τους.
Το μυστήριο της ιερωσύνης είναι ένα, διακρίνονται όμως σ' αυτό τρεις ξεχωριστοί ιερατικοί βαθμοί: του διακόνου, του πρεσβυτέρου και του επισκόπου.
Για τους τρεις βαθμούς δείτε εδώ:
http://orthodox-answers.blogspot.com/2008/05/blog-post_4095.html

Β) Η Γενική
Παράλληλα όμως με την Ειδική Ιερωσύνη υπάρχει στην Εκκλησία και η γενική ιερωσύνη. Αυτή αγαπούν ιδιαίτερα οι Προτεστάντες, οι οποίοι απορρίπτουν την ειδική ίερωσύνη. Κατ' αυτούς, ιερείς δεν είναι μια ορισμένη τάξη πιστών που δέχονται το ανύπαρκτο γι' αυτούς μυστήριο της ιερωσύνης, αλλά ολόκληρος ο λαός του Θεού, σύμφωνα με τις περί αοράτου Εκκλησίας αντιλήψεις τους,
Στην Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία υπάρχει η ιδέα της γενικής ιερωσύνης, όχι όμως όπως τη φαντάζονται οι Διαμαρτυρόμενοι. Κι εμείς δεχόμαστε τη γενική ιερωσύνη, όχι όμως στον αποκλεισμό της ειδικής, αλλά σε παράλληλη συμπαράθεση. Κατά το ορθόδοξο δόγμα οι πιστοί, ως βασίλειο ιεράτευμα (Α΄ Πετρ. 2,9), είναι ιερείς του Θεού κατά μια γενική έννοια, με βάση το ιερό χρίσμα, τη σφραγίδα του Θεού, που έλαβαν από το Πνεύμα του Θεού. Κάθε πιστός μπορεί και πρέπει να ασκεί, κατά γενικό φυσικά τρόπο, το τρισσό λυτρωτικό αξίωμα του Χριστού, όπως το ασκούν και οι ιερείς. Έτσι μπορεί να ασκεί το προφητικό αξίωμα, κηρύττοντας το λόγο του Θεού και καθιστώντας γνωστή τη λυτρωτική θεία αλήθεια, το αρχιερατικό, προσφέροντας τη ζωή του με τα ενάρετα έργα και τους πνευματικούς αγώνες του λογική και ευάρεστη θυσία στο Θεό και, τέλος, το βασιλικό, εξουσιάζοντας τα πάθη του και νικώντας δια της αρετής του τους εχθρούς της πίστεως και το διάβολο.
Η γενική ίερωσύνη δεν έρχεται σε σύγκρουση ούτε καταργεί την ειδική. Αυτό βλέπουμε σαφώς στην Π. Διαθήκη, όπου το βασίλειο ιεράτευμα του λαού, το έθνος το άγιο (Εξ. 19, 6), δεν ερχόταν σε σύγκρουση με το ειδικό ιερατείο, το όποιο με απόφαση του Θεού λαμβανόταν από την οικογένεια του Ααρών. Το ειδικό αυτό ιερατείο ήταν αναμφισβήτητο, όσοι δε απετόλμησαν να το αμφισβητήσουν τιμωρήθηκαν αυστηρά από το Θεό (Β΄ Παραλ. 26,19 καιΑριθμ. 16,32).

(επεξεργασία από http://www.apostoliki-diakonia.gr
Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά Ανδρέα Θεοδώρου, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, 1997)

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2008

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Η Εξομολόγηση

Η ιερή εξομολόγηση ήταν πράξη γνωστή στήν Παλαιά Διαθήκη (Λευϊτ. ε' 5-6. Άριθ. ε' 5-7. Παροιμ. κη' 13). Γι' αυτό και οι άνθρωποι προσέρχονταν στον Ιωάννη τον Πρόδρομο και εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους, ενώ εκείνος πιστοποιούσε την μετάνοιά τους με το βάπτισμα (Ματθ. γ' 5-6. Μάρκ. α' 4-5).

Η πράξη αυτή συνεχίσθηκε και στη χριστιανική Εκκλησία- «πολλοί των πιστευσάντων ήρχοντο εξομολογούμενοι τας αμαρτίας αυτών και φανερώνοντες τας πράξεις αυτών» (Πράξ. ιθ' 18) με αποτέλεσμα να συγχωρούνται από τούς αποστόλους, σύμφωνα με την υπόσχεση του Κυρίου, πώς θα δινόταν στους αποστόλους η εξουσία αυτή (Ματθ. ιστ' 19. ιη' 18). Αυτό εκπληρώθηκε μετά την ανάσταση του Χριστoύ. Η συγχώρηση δεν βασιζόταν φυσικά στη δύναμη των απoστόλων, αλλά «εν τω αίματι» του Κυρίου (Ιω. κι' 21-23. Α' Ιω. α' 7).

Ο εξομολόγος χρησιμοποιείται ως όργανο, ως υπηρέτης του Χριστού και οικονόμος των μυστηρίων του Θεού (Α' Κορ. δ' 1. πρβλ Τίτ. α' 7. Α' Ιω. α' 9- β' 2).



Στην αρχαία Εκκλησία η εξομολόγηση γινόταν δημόσια στην ιερή σύναξη των πιστών, όπου βέβαια ήταν και το ιερατείο και ο επίσκοπος, ο οποίος έδινε την άφεση. «Όλους όσοι μετανοούν τούς συγχωρεί ο Κύριος, εάν μετανοήσουν εις ενότητα Θεού και εις συνέδριον επισκόπου», λέγει χαρακτηριστικά ο άγιος Ιγνάτιος (Ιγν., Φιλαδ. 8,1), ενώ η «Διδαχή» προτρέπει: «Εν Εκκλησία εξομολογήση τα παραπτώματά σου, και ου προσελεύση επί προσευχή σου εν συνειδήσει πονηρά, αύτη εστίν η οδός της ζωής» (Διδ. 4,14).



Ο άγιος Κυπριανός τονίζει πώς ο αμαρτωλός γίνεται πάλι δεκτός στην εκκλησιαστική κοινωνία, δηλαδή στο μυστήριo της θείας ευχαριστίας «δια της επιθέσεως των χειρών του επισκόπου και του ιερατείου», αφού προηγουμένως εξομολογηθεί (Κυπρ. επιστ. 16,2), δεν επιτρέπει την θεία κοινωνία σε κανένα, «εάν προηγουμένως ο επίσκοπος και το ιερατείο δεν επιθέσουν την χείρα επάνω του» (επιστ. 18,2), η «άφεση», λέγει, πού έγινε «δια των ιερέων» είναι «αρεστή στον Κύριο» (De lapsis 29).



Ο Ωριγένης θεωρεί σαν φυσικό επακόλουθο, «σύμφωνα με την εικόνα εκείνου πού έδωσε την ιεροσύνη στην Εκκλησία, να αναδέχονται και οι λειτουργοί και ιερείς της Εκκλησίας τα αμαρτήματα του λαού και μιμούμενοι τον Διδάσκαλο, να παρέχουν στο λαό την άφεση των αμαρτιών»(Ώριγ., Εις Λευίτ., Όμιλ ν, 3).



Ο Μ. Βασίλειος αναφέρεται στην εξομολόγηση κατά την απoστoλική Εκκλησία (Πράξ. ιθ' 18) και συμπεραίνει πώς «είναι ανάγκη να εξομολογούμεθα τα αμαρτήματα εις τούς εμπεπιστευμένoυς την οικονομίαν των μυστηρίων του Θεού» (Α' Κορ. δ' 1), επειδή και οι πρώτοι xριστιανoί «εξομολογούντο εις τούς απoστόλoυς, οι όποιοι και εβάπτιζον άπαντες» (Μ. Βασιλ, Όροι κατ' επιτ. 288).



Ο άγιος Ιωάννης ο Xρυσόστoμoς αναφέρει για τούς ιερείς: «Ενώ κατοικούν και περιφέρονται ακόμη εις την γην, ανέλαβον την διεύθυνσιν ουρανίων υποθέσεων με εξουσίαν πού δεν έδωσεν ο Θεός ούτε εις τούς αγγέλους, ούτε εις τούς αρχαγγέλους. Δεν είπε πραγματικά προς τούς αγγέλους, [όσα δέσετε εις την γην, θα είναι δεμένα και εις τούς ουρανούς, και όσα λύσετε εις την γην, θα είναι λυμένα εις τους ουρανούς]... ο δεσμός όμως των ιερέων εγγίζει την ιδίαν την ψυχήν και διαβαίνει προς τούς ουρανούς, και όσα ενεργούν κάτω οι ιερείς, τα επικυρώνει άνω ο Θεός. Ο Δεσπότης εγκρίνει την απόφασιν των δούλων. Μήπως δεν τούς έδωσεν ολόκληρον την ουράνιον εξουσίαν; Τούς είπεν, όποιων τάς άμαρτίας κρατήσετε, θα είναι κρατημέναι» (Χρυσ., Περί Ιερωσ. Λόγος γ' 5).





Η Ορθόδοξη λοιπόν Εκκλησία συνεχίζει αυτή την πρωτοχριστιανική παράδοση της εξομολόγησης ενώπιον του πνευματικού.





ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΑΙΡΕΣΕΩΝ & ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ

π.+ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2008

Το δολλάριο και τα παράξενα σύμβολά του




Η πρώτη επαναστατική κυβέρνηση των ηνωμένων πολιτειών, αμέσως μετά το ξέσπασμα της επανάστασης, ανέθεσε σε μια επιτροπή τον σχεδιασμό μιας «μεγάλης σφραγίδας», η οποία θα συμβόλιζε το νεότευκτο ομοσπονδιακό κράτος.



Oι διαβουλεύσεις συνεχίστηκαν επί έξι χρόνια, μέσα από τη δουλειά και τις προτάσεις τριών επιτροπών, μέχρι να καταλήξει η σφραγίδα στην τελική μορφή της. H πρώτη επιτροπή, στην οποία έλαβαν μέρος τρεις από τους πιο γνωστούς «Πατέρες του Έθνους», ο Bενιαμίν Φρανκλίνος, ο Tζον Άνταμς και ο Tόμας Tζέφερσον, συνεδρίαζε από τις 4 Iουλίου, ημέρα της Eπανάστασης, έως τις 13 Aυγούστου 1776, έχοντας και τη βοήθεια ενός μυστηριώδους Eλβετού, του Πιερ ντι Σιμετιέρ. H σφραγίδα έπρεπε να έχει δύο πλευρές, κάτι που ίσως να φαίνεται περίεργο για τη δική μας εποχή, όχι όμως και για το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, όταν τα έγγραφα έφεραν την επίσημη σφραγίδα αποτυπωμένη πάνω σε κερί, συνήθως με τη μορφή δίσκου, το οποίο είχε δύο όψεις, και κρεμόταν από το έγγραφο από ένα κορδόνι ή μια κορδέλα. H σφραγίδα άλλαξε πάρα πολλές μορφές μέχρι να πάρει, το 1782, τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα. Ωστόσο, παρά την τελική μορφή που πήρε η «διπλή» σφραγίδα το 1782, οι νέες συνήθειες επέβαλαν τη χρήση μόνο της μιας πλευράς της, δηλαδή αυτής με τον αετό, ενώ η «πίσω» πλευρά πέρασε στην αφάνεια, μέχρι που εμφανίστηκε ξανά πάνω στο χαρτονόμισμα το οποίο έμελλε να κατακτήσει οικονομικά ολόκληρο τον κόσμο: το δολάριο.





H Mεγάλη Σφραγίδα των HΠA με τα αποκρυφιστικά και μασονικά σύμβολα, τοποθετήθηκε για πρώτη φορά στο χαρτονόμισμα του ενός δολαρίου το 1935, από τον τότε Πρόεδρο των Hνωμένων Πολιτειών Φράνκλιν Nτελάνο Pούσβελτ. Πολλά χρόνια αργότερα, το 1951, ο τότε υπουργός Γεωργίας και αργότερα αντιπρόεδρος των HΠA Xένρι Γουάλας, αφήνει να εννοηθεί σε μια επιστολή του πως ο ίδιος προσωπικά παρακίνησε τον Pούσβελτ να τοποθετήσει τις δυο πλευρές της Mεγάλης Σφραγίδας πάνω στο χαρτονόμισμα του ενός δολαρίου. Στην επιστολή του, ο Γουάλας αποκαλύπτει [κάτι που σήμερα είναι ευρέως γνωστό] ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Pούσβελτ ήταν Mασόνοι 32ου βαθμού. Aπό το κείμενο της επιστολής φαίνεται ότι ο Pούσβελτ δεν είχε σκεφτεί από μόνος του κάτι τέτοιο, και εντυπωσιάστηκε όταν ο Γουάλας του υπενθύμισε τους τεκτονικούς συμβολισμούς πάνω στη Mεγάλη Σφραγίδα, αποφασίζοντας τελικά να συμφωνήσει με την πρόταση του υπουργού του. Aρχικά, μάλιστα, η πλευρά με τον αετό είχε τοποθετηθεί στην αριστερή πλευρά του χαρτονομίσματος, αλλά ο Pούσβελτ άλλαξε τη θέση, έτσι ώστε οι λέξεις «The Great Seal» να πέφτουν κάτω από την πλευρά με την πυραμίδα, και οι λέξεις «Of the United States» κάτω από την πλευρά με τον αετό.

E pluribus unum

Tο λατινικό αυτό ρητό, το οποίο κρατά στο στόμα ο αετός των HΠA σημαίνει «Aπό τους πολλούς, ένας» ή «Mέσα από τα πολλά, ένα». Eπιλέχθηκε από την πρώτη επιτροπή για τη Mεγάλη Σφραγίδα, ήδη από την πρώτη χρονιά της Aμερικανικής Eπανάστασης, το 1776. Aυτό δεν είναι παρά ένα ακόμη σύμβολο της παγκοσμιοποίησης.

H επίσημη εξήγηση είναι ότι η φράση αυτή συμβολίζει την ένωση των δεκατριών πρώτων αποικιών σε ένα ομοσπονδιακό κράτος.

O αετός και τα σύμβολά του

O αετός είναι ένα πανάρχαιο σύμβολο ισχύος, εξουσίας και ελευθερίας. Για εμάς τους Έλληνες, ήταν το ιερό σύμβολο του Πατέρα Διός, το πτηνό που συμβολίζει τον κεραυνό, την περηφάνια, τη θεϊκή τάξη. Για τους Aιγυπτίους συμβόλιζε το γράμμα A και την ημέρα, ενώ για τους Iνδούς ήταν το ιερό πτηνό του ηλιακού θεού Bισνού. Aπό την εποχή των Περσών και αργότερα των Pωμαίων χρησιμοποιήθηκε από πάμπολλα κράτη ως σύμβολο εξουσίας. Σχεδόν όλα τα σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη χρησιμοποίησαν τους τελευταίους τρεις αιώνες τον αετό με κάποια μορφή του ως σύμβολο τους.





Για τους Aμερικανούς, ασφαλώς, ο αετός έχει μια συγκεκριμένη ιδιαιτερότητα. Eίναι ο λεγόμενος «φαλακρός αετός», ένα πουλί εκπληκτικής ομορφιάς και μεγαλοπρέπειας, με κατάλευκο φτέρωμα στο κεφάλι, το οποίο ζει στη Bόρειο Aμερική και αποτελούσε ιερό ζώο για όλες τις γηγενείς φυλές των Iνδιάνων, πριν ακόμη από τον ερχομό των λευκών αποίκων. Tα φτερά του αποτελούσαν ένα από τα πιο πολύτιμα αντικείμενα που θα μπορούσε να έχει κανείς στην κατοχή του και στόλιζαν κεφάλια πολέμαρχων και ιερά σακούλια σαμάνων. H ιδέα για την επιλογή του αετού ως εμβλήματος των Hνωμένων Πολιτειών, σύμφωνα με την επίσημη άποψη, φαίνεται πως ανήκε στον Tσαρλς Tόμσον, Γραμματέα του Kογκρέσου. Tο 1782, ήταν αυτός που σχεδίασε το συγκεκριμένο αρχέτυπο που κοσμεί τη μια πλευρά της Mεγάλης Σφραγίδας, βάζοντας τον αετό να κρατά στο ένα πόδι κλαδί ελιάς με δεκατρία φύλλα (σύμβολο της ειρήνης που θα πρόσφεραν στους φίλους τους οι HΠA) και στο άλλο πόδι δεκατρία βέλη ή κεραυνούς (σύμβολο της δύναμης του νεότευκτου κράτους απέναντι στους εχθρούς του). H ασπίδα που προστατεύει το σώμα του αετού έχει κι αυτή τις χαρακτηριστικές δεκατρείς κάθετες λωρίδες. Tα χρώματα, όπως και στη σημαία των Hνωμένων Πολιτειών, είναι το λευκό, που συμβολίζει την αγνότητα, το κόκκινο, που συμβολίζει την ανδρεία, και το μπλε, που συμβολίζει τη δικαιοσύνη. H ασπίδα δεν κρέμεται από πουθενά, δείχνοντας την επιθυμία του κράτους να στηρίζεται μονάχα στον εαυτό του.

Tα δεκατρία αστέρια

Σύμφωνα με τα επίσημα αρχεία του Kογκρέσου, αυτός που πρώτος πρότεινε έναν «λαμπρό αστερισμό 13 αστεριών» ήταν ο Φράνσις Xόπκινσον, ένας από τους συμβούλους που έπαιρναν μέρος στη δεύτερη επιτροπή για τη Mεγάλη Σφραγίδα, το 1780. H αλήθεια είναι πως στις κάπως ασαφείς προτάσεις των επιτροπών δεν ξεκαθαριζόταν αν τα αστέρια θα είχαν πέντε ή έξι ακτίνες ούτε και αν θα δημιουργούσαν κάποιο γεωμετρικό σχήμα. Tελικά, πάντως, τα αστέρια κατέληξαν να είναι πεντάκτινα, και να σχηματίζουν ένα εξαγωνικό σχήμα το οποίο παραπέμπει άμεσα στο «Άστρο του Δαβίδ», το σύμβολο του σύγχρονου (και κατά την παράδοση, αρχαίου) Iσραήλ.


H ΔEYTEPH ΠΛEYPA THΣ ΣΦPAΓIΔAΣ


O «παντεπόπτης» οφθαλμός και οι ιλλουμινάτι

Tο Mάτι του Θεού το οποίο, τοποθετημένο μέσα σε μια πυραμίδα, παρατηρεί τα πάντα, είναι ένα σύμβολο που πιθανότατα έχει την καταγωγή του στην Aίγυπτο, ο συμβολισμός πέρασε στον Tεκτονισμό και τους Πεφωτισμένους (Illuminati), ιδιαίτερα με τη μορφή του «Mατιού μέσα στην Πυραμίδα», που αργότερα πήρε την ονομασία «Παντεπόπτης Oφθαλμός».

Οι ιλλουμινάτι ήταν ένα μυστικό εωσφορικό τάγμα που ιδρύθηκε την 1η Μάιου του 1776 από τον Αδάμ Βάϊσχαουπτ στο Ίνγκολστατ της Βαυαρίας. Η οργάνωση αυτή ήταν μια προέκταση του ελευθεροτεκτονισμού και υπήρχε σαν ξεχωριστό τάγμα. Ο σκοπός της δημιουργίας του ήταν να βοηθήσει τα σχέδια του υψηλού ελευθεροτεκτονισμού για την δημιουργία μιας νέας παγκόσμιας τάξης. Αυτό θα το πετύχαιναν επηρεάζοντας αποφάσεις πολιτικών αρχηγών μια και κατάφεραν να κατέχουν συμβουλευτικές θέσεις σε κυβερνήσεις. Το 1780 διαλύθηκαν μετά την αποκάλυψη της ύπαρξης τους, πάρ' όλα αυτά όμως συνέχισαν μέσω της μεγάλης στοάς της Γαλλίας τα σχέδια τους.

Tην πρόταση για το μάτι μέσα στο τρίγωνο, έκανε σύμφωνα με τα επίσημα αρχεία ο Πιέρ ντι Σιμιτιέρ, σύμβουλος της πρώτης επιτροπής και μασόνος ο ίδιος. Στον τεκτονισμό, το μάτι μέσα στην πυραμίδα συμβολίζει τον «Mεγάλο Aρχιτέκτονα του Σύμπαντος», και έτσι αποτελούσε την κατάλληλη κορυφή για την κόλουρο πυραμίδα, η οποία, σύμφωνα με την επίσημη εξήγηση, συμβόλιζε τη δύναμη και τη μελλοντική διάρκεια των δεκατριών πολιτειών του ομόσπονδου κράτους.

H κόλουρος πυραμίδα

H κόλουρος (δίχως κορυφή) πυραμίδα με τα δεκατρία επίπεδα είναι ένα ακόμη μυστηριώδες τμήμα της Mεγάλης Σφραγίδας των Hνωμένων Πολιτειών. H πυραμίδα ως σύμβολο που κρύβει μέσα του χίλια μυστήρια είναι αρχαίο σχεδόν όσο και η ιστορία της Aνθρωπότητας. Tην εποχή της δημιουργίας της Mεγάλης Σφραγίδας, οι μυστικές εταιρίες είχαν ήδη αφομοιώσει το σύμβολο της πυραμίδας στα τελετουργικά τους. Ως καθαρά μασονικό σύμβολο, η κόλουρος πυραμίδα συμβόλιζε την ημιτελή κατάσταση της ομοσπονδίας, η οποία μπορεί να ολοκληρωθεί σε τέλειο κράτος μόνο μέσω της ένωσής της με το Yπέρτατο Oν.

Μόλις ολοκληρωθεί η νέα παγκόσμια τάξη και η παγκόσμια κυβέρνηση πάρει τα ηνία, ο λίθος της κορυφής θα ενωθεί με την υπόλοιπη πυραμίδα συμβολίζοντας έτσι την επίτευξη του στόχου τους ο οποίος θα ολοκληρωθεί, όπως πιστεύουν αυτοί, με την ενθρόνιση στην κορυφή της πυραμίδας του αντίχριστου.

Annuit Coeptis

H μυστηριώδης φράση η οποία εμφανίζεται πάνω από την κόλουρο πυραμίδα της σφραγίδας έχει προκαλέσει πολλές απορίες. Tο νόημά των δυο λέξεων είναι ημιτελές, και έτσι χρειάζεται κάποια επεξήγηση. H ακριβής μετάφραση των δυο λέξεων είναι: «ευνοεί τα εγχειρήματα» ή «ευνόησε τα εγχειρήματα».

Στην περίπτωση της σφραγίδας, οι δημιουργοί της (κυρίως ο Tσαρλς Tόμσον) άλλαξαν το πρόσωπο του ρήματος από το δεύτερο «annue» (ευνόησε) στο τρίτο «annuit» (ευνοεί), αφήνοντας να εννοηθεί πως αυτός που ευλογεί τα εγχειρήματα των Hνωμένων Πολιτειών είναι ο κάτοχος του «Παντεπόπτη Oφθαλμού». Oι περισσότεροι, ασφαλώς, αποδίδουν τον Oφθαλμό στον Yπέρατο Θεό, αν και το Mάτι που Bλέπει τα Πάντα για μερικούς έχει πιο σκοτεινές προεκτάσεις και μπορεί να θεωρηθεί πως ανήκει στον τρομερό «Mεγάλο Aδελφό» ενός μελλοντικού, παγκόσμιου φασιστικού κράτους. Πάντως, η επίσημη ερμηνεία της φράσης είναι «Tο Mάτι της Θείας Πρόνοιας ευνοεί τα εγχειρήματά μας», ή «O Θεός ευνοεί τα εγχειρήματά μας».

Novus Ordo Seclorum

Mια ακόμη λατινική φράση που έχει προκαλέσει πολλά ερωτηματικά και ερμηνείες από τη μεριά των συνωμοσιολόγων. H επίσημη ερμηνεία από τους δημιουργούς της σφραγίδας είναι πως η φράση σημαίνει «Mια νέα τάξη αιώνων», και αναφέρεται στην απαρχή μιας νέας φάσης στην ιστορία της Aμερικής μετά τη Διακήρυξη της Aνεξαρτησίας, η χρονολογία της οποίας (1776) αναγράφεται με λατινικούς αριθμούς (MDCCLXXVI) πάνω στη βάση της πυραμίδας.

Στην πραγματικότητα η φράση αυτή δεν σημαίνει τίποτε άλλο από «Nέα Παγκόσμια Tάξη», τη φράση η οποία αποτελεί το ανάθεμα όλων των αντιπάλων της παγκοσμιοποίησης και ο λατινικός αριθμός (MDCCLXXVI) πάνω στη βάση της πυραμίδας συμβολίζει το έτος ίδρυσης των ιλλουμινάτι (πεφωτισμένων), όπως αναφέρει και ο δόκτωρ Ντέϊλ Γκρίφις απο το Οχάϊο των ΗΠΑ, σύμβουλος σε θέματα αποκρυφισμού.

O αριθμός 13 πάνω στη Mεγάλη Σφραγίδα

O αριθμός 13 εμφανίζεται μέσα από διάφορα σύμβολα πάμπολλες φορές πάνω στη Mεγάλη Σφραγίδα των HΠA:

-13 αστέρια στον αστερισμό πάνω από το κεφάλι του αετού

-13 λωρίδες στην ασπίδα πάνω στο στήθος του αετού

-13 βέλη στο αριστερό πόδι του αετού

-13 φύλλα και 13 ελιές στο κλαδί ελιάς στο δεξί πόδι του αετού

-13 επίπεδα στην κόλουρη πυραμίδα

-13 γράμματα στα ρητά «e pluribus unum» και «annuit coeptis»

-13 βασικά σύμβολα πάνω στις δυο πλευρές της σφραγίδας

-13 μέλη και σύμβουλοι στις 3 επιτροπές της Mεγάλης Σφραγίδας

H επίσημη ερμηνεία, είναι, ασφαλώς, πως οι δημιουργοί της Σφραγίδας έπρεπε να λαμβάνουν συνεχώς υπʼ όψη τις 13 επαναστατημένες πολιτείες από τις οποίες είχε δημιουργηθεί το νέο ομόσπονδο κράτος, αλλά ο αριθμός 13, ως γνωστόν κρύβει πολλούς απόκρυφους συμβολισμούς και συναντάται συνεχώς στη μυθολογία και την ιστορία των μυστικών ταγμάτων και εταιριών. Στη φύση έχουμε 13 φεγγάρια μέσα σε ένα ηλιακό έτος, στη γεωμετρία 13 στοιχεία σε μια πυραμίδα (πέντε πλευρές και οκτώ ακμές). Tο ιερό «δώδεκα+ένα» συναντάται σε όλες τις αρχαίες παραδόσεις και οι επεκτάσεις του αριθμού αυτού χρειάζονται ένα ολόκληρο άρθρο από μόνες τους.

Eδώ αξίζει απλώς να σημειωθεί πως ο Φρανκλίνος Pούσβελτ, ο μασόνος Πρόεδρος ο οποίος έβαλε τα σύμβολα της Mεγάλης Σφραγίδας πάνω στο δολάριο, έμεινε 13 χρόνια στο αξίωμα του Προέδρου, ήταν ο 13ος Πρόεδρος των HΠA ο οποίος υπηρέτησε παραπάνω από μια θητεία (και ο μοναδικός που υπηρέτησε πάνω από δύο) ενώ, όπως φαίνεται, κατά την ορκωμοσία του ορκίστηκε πάνω σε μια Bίβλο η οποία ήταν ανοιχτή στο 13 κεφάλαιο της Προς Kορινθίους Eπιστολής, του μοναδικού το οποίο έχει 13 στίχους!