Τρίτη, 27 Μαΐου 2008

ΕΑΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ

Περί τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας,
ἐπιστολή τῆς συνταξιούχου ἐκπαιδευτικοῦ
Ἀντιγόνης Παπαμιχαήλ ἐκ Λαρίσης.


«Ἡ ἐαρινή ἰσημερία ἀστρονομικῶς σηματοδοτεῖ τήν ἀρχήν τῆς ἀνοίξεως, ταυτοχρόνως δέ καί τήν ἀρχήν τοῦ νέου ἔτους, δεδομένου ὅτι ὁ μήν Νισάν, ὁ πρῶτος μήν τοῦ σεληνιακοῦ ἔτους, ἀπαραιτήτως ἀρχίζει κατά τήν ἰσημερίαν, ἤ μετά ἀπό αὐτήν. «Ὁ μήν οὗτος ὑμῖν ἀρχή μηνῶν, πρῶτος ἐστίν ὑμῖν ἐν τοῖς μησίν τοῦ ἐνιαυτοῦ». (Ἐξ. 12,2). Ὄθεν ἔχει ἰδιαιτέραν σημασίαν διά τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἐξ’ αἰτίας τοῦ γεγονότος, ὅτι ἀποτελεῖ σημεῖον ἀναφορᾶς διά τόν προσδιορισμόν τῆς ἡμερομηνίας τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἑκάστου ἔτους, βάσει τοῦ Αἰωνίου Πασχαλίου Κανονίου τῆς ἐν Νικαία Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τό 325 μ.Χ. Ἑορτάζεται δέ ἡ λαμπροφόρος ἡμέρα τῆς ‘Αναστάσεως τοῦ Κυρίου «κατά τήν πρώτην Κυριακήν μετά τήν πρώτην ἐαρινήν πανσέληνον» καί ὡς ἐκ τούτου μετά τήν ἰσημερίαν καί μετά τό Νομικόν Ἑβραϊκόν Πάσχα, δεδομένου ὅτι ἐαρινή Πανσέληνος σημαίνει σελήνην 14 ἡμερῶν γεννηθεῖσαν κατά ἤ μετά τήν ἐαρινήν ἰσημερίαν, ἡ ὁποία ταυτοχρόνως καί συμφώνως μέ τόν Μωσαϊκό Νόμο, εἶναι ἡ γνωστή «τεσσαρεσκαιδεκάτη» τοῦ Ἑβραϊκοῦ Πάσχα (Ἐξ. 12,6, Λευ 23,5).
Μέ τήν εἰσαγωγήν ἐν Ἑλλάδι τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου τό 1924 ἤ τήν «διόρθωσιν» τοῦ Ἰουλιανοῦ, ὡς οἱ καινοτομήσαντες ἀρέσκονται νά ὑποστηρίζουν, ὡς ἡμερομηνίαν τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας τοποθετεῖται ἡ 21 Μαρτίου, τό ὁποῖον ἐναρμονίζεται ἀπολύτως μέ τάς δυτικοπλήκτους ὑποσημειώσεις τοῦ Πηδαλίου, ὅτι «καί αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, ὅπου μετά τήν πρώτην ἔγιναν καί οἱ λοιποί Πατέρες, ἔβλεπον ναί καί αὐτοί, ὡς σοφοί ὅπου ἦσαν, πώς κατέβη πολύ ἡ ἰσημερία, ἀλλ’ ὅμως δέν ἠθέλησαν νά τήν μεταθέσουν ἀπό τήν κα΄ Μαρτίου, ὅπου τήν ηὗρεν ἡ Α΄ Σύνοδος», τῶν Πρακτικῶν τῆς ἐν λόγω Συνόδου μή εὑρισκομένων.
Ἐάν βεβαίως αὐτό δέν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἐκκλησιαστικήν πλάνην, ὁπωσδήποτε εἶναι χονδροειδής ἀπάτη εἰς βάρος τῆς ἀληθείας καί τῶν ἁπλῶν χριστιανῶν καί ἐξηγούμεθα.
Λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τά δεδομένα ὅτι:
α) Τό σεληνιακόν ἔτος ἀρχίζει μέ τήν γέννησιν νέας σελήνης, κατά ἤ μετά τήν ἐαρινήν ἰσημερίαν (ἐάν ἡ σελήνη γεννηθῆ πρό τῆς ἰσημερίας, δέν εἶναι ἐαρινή, ἀλλά χειμερινή).
β) Τό Ἑβραϊκόν Πάσχα, συμφώνως μέ τόν Μωσαϊκό Νόμο, ἑορτάζεται τήν 14ην (τεσσαρεσκαιδεκάτην») τοῦ μηνός Νισάν (Μαρτίου – Ἀπριλίου), δηλ. τοῦ πρώτου μηνός τοῦ σεληνιακοῦ ἔτους.
γ) Ἄρα ἡ 14η Νισάν ἀπαραιτήτως τουλάχιστον 14 ἡμέρες μετά τήν ἐαρινήν ἰσημερίαν
δ) Ἡ ἐν Νικαία Α΄ Οἱκουμενική Σύνοδος (325 μ.Χ.) ὥρισεν τά ὅρια τοῦ Χριστιανικοῦ Πάσχα, μέ τό τότε ἰσχῦον Ἰουλιανόν ἡμερολόγιον μεταξύ 22 Μαρτίου καί 25 Ἀπριλίου, ἀναλόγως μέ τήν πρώτην ἐαρινήν σελήνην.
ε) Ἕνα χαρακτηριστικόν παράδειγμα: Κατά τό πάθος τοῦ Χριστοῦ ὁ μέν κύκλος τῆς σελήνης ἦτο δέκατος (10), ὁ δέ τοῦ ἡλίου εἰκοστός τρίτος (23). Ἄρα τό Νομικόν Πάσχα, δηλ. ἡ 14η τῆς σελήνης κγ (23) τοῦ μηνός Μαρτίου, ἕκτη τῆς ἑβδομάδος ἡμέρα (Παρασκευή). Μετά τήν ταφήν τοῦ Σωτῆρος, ὁ ἄλογος ἐτύθη ἀμνός πρός ἑσπέραν ἐπιφώσκοντος δέ τοῦ Σαββάτο, τῆ κδ (24) τοῦ Μαρτίου μηνός, ἡ τῶν ἀζύμων παρ’ αὐτοῖς ἒτελεῖτο, ὠς ὁ Νόμος ἐν τῶ Λευϊτικῶ διετάξατο τῆ κε΄(25) αὐτοῦ τοῦ μηνός ἡ λαμπροφανής ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ παντί τῶ κόσμω ἐπέλαμψεν» (Ἑλλην. Πατρολ. 127, σελ. 1485).
Θέτομεν τό ἐρώτημα:
Ἐάν ἡ ἐαρινή ἰσημερία τό 325 μ.Χ. ἦτο τήν 21ην Μαρτίου Ἰουλιανοῦ ἡμεορλογίου, ἦτο δυνατόν τό κατώτερον Πάσχα νά εἶναι 22 Μαρτίου .

Δεν υπάρχουν σχόλια: